Μενού Κλείσιμο

The Royal Tenenbaums: Rosebuds, αποτυχία και η σημασία της οικογένειας – Άρθρο του Κωνσταντίνου Σαλαβάτη

Κων/νος Σαλαβάτης

Πτυχιούχος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ.

Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου στις Αγγλικές και Αμερικανικές Σπουδές.

 

Στο «Τέλος Καλό Όλα Καλά» ο Σαίξπηρ έγραψε ένα πολύ όμορφο τρίστιχο για τη φύση των προσδοκιών που έμελλε να μοιράζεται στην εποχή των social media με μια πιο απλή και κουτσουρεμένη μορφή, κατακρεουργώντας την ποιητική γραφή του μεγάλου δραματουργού. «Οι προσδοκίες είναι οι ρίζες όλων των θλίψεων» είναι το τσιτάτο που χρησιμοποιούμε πλέον. Σήμερα θα γράψω για μια οικογένεια ιδιοφυών η οποία απέτυχε παταγωδώς να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που τους είχαν επιβάλλει οι καταστάσεις, μια οικογένεια στην οποία μπορεί να νιώσει κοντά κάθε άνθρωπος.

Τις τελευταίες μέρες έχω πιάσει τις ταινίες ενός πολύ αγαπημένου σκηνοθέτη με τη σειρά. Μιλάω για τον Wes Anderson, ο οποίος έχει κερδίσει τον σεβασμό του κινηματογραφικού κόσμου μέσα από τις καταπληκτικές ταινίες του και έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα καλλιτεχνικό στυλ που είναι ξεκάθαρα δικό του και που του έχει δώσει τον τίτλο του auteur, του δημιουργού που έχει απόλυτο έλεγχο μιας συλλογικής προσπάθειας όπως είναι ένα φιλμ, εμφυσώντας το όραμα του σε κάθε πτυχή του έργου του. Όταν είδαμε πριν λίγες μέρες το trailer της καινούριας του ταινίας “The French Dispatch” που θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι (κατάστασης επιτρεπούσης), πραγματικά δε χρειαζόταν καν να αναγράφεται το όνομα του για να καταλάβουμε το χαρακτηριστικό του στυλ κινηματογράφησης.

Συμμετρικά και ελεγχόμενα επίπεδα πλάνα που σου δίνουν την ιδέα πως κινείσαι μέσα σε έναν κόσμο-κουκλοθέατρο (άλλωστε οι ταινίες του έχουν αυτό το μοτίβο των storybooks, των παιδικών βιβλίων με τις χειροτεχνίες που πετάγονται από τις σελίδες και «ζωντανεύουν» την ιστορία), ταιριαστές με το ύφος του έργου παλέτες χρωμάτων των οποίων το μιξάρισμα παραπέμπει σε συγκεκριμένες σκηνές και συναισθήματα (τα πιο «βαριά» καφέ των Royal Tenenbaums vs. τα πιο φωτεινά ροζ του Grand Budapest Hotel), η προσεκτική επιμέλεια των κοστουμιών, των οποίων η συνέπεια βοηθάει στο να σκεφτόμαστε τους χαρακτήρες με το συγκεκριμένο τους λουκ (δεν σημαίνει πως κάθε κοστούμι θα ναι χαρακτηριστικό όπως μια στολή στην αρχή, αλλά πως θα εξελιχθεί σε στολή με τη συνέπεια του στο μυαλό μας. Πόσο εμβληματικό ήταν άραγε το μαύρο δερμάτινο κοστούμι με τις σιδερογροθιές του Willem Dafoe στο Grand Budapest Hotel;), ακόμα και η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων γραμματοσειρών για να πετύχει το αγαπημένο του αισθητικό αποτέλεσμα (Futura και Helvetica). Ο Anderson είναι σκηνοθέτης που αφήνει το στίγμα του στις δημιουργίες του όπως ο Hideo Kojima στα βιντεοπαιχνίδια του ή ο Kurt Cobain στα τραγούδια των Nirvana. Και το Royal Tenenbaums, για το οποίο θα γράψω, είναι ίσως το έργο με το μεγαλύτερο στίγμα του, το αποκορύφωμα της δουλειάς του.

Πρόκειται για dramedy όπως το λένε οι Αμερικάνοι, μια κωμωδία-δράμα, ένα δυνατό κράμα δραματικών συγκινήσεων και κωμικών στοιχείων. Βασισμένη σε ένα μη υπάρχον μυθιστόρημα (άλλη λόξα του Anderson η δημιουργία της εναλλακτικής πραγματικότητας) με μια αφήγηση που παραπέμπει στα γραπτά του J.D. Salinger (συγγραφέα του Φύλακα στη Σίκαλη), η ταινία ακολουθεί τη ζωή τριών προικισμένων αδερφών που χαίρουν μεγάλης επιτυχίας σε νεαρή ηλικία, ο καθένας στον τομέα του, αλλά και μεγάλης απογοήτευσης και αποτυχίας όντας ενήλικες. Ο εκκεντρικός πατέρας των παιδιών, ο Royal Tenenbaum, τον οποίο υποδύεται ο υπέροχος Gene Hackman, φεύγει από το σπίτι όταν τα παιδιά ήταν ακόμα έφηβοι (με την μητέρα τους Etheline να επωμίζεται όλα τα γονεϊκά βάρη) και γυρίζει κοντά στην αρχή της ταινίας, προσπαθώντας να ξανακερδίσει την οικογένεια του πίσω και να συμφιλιωθεί με τα παιδιά του που τόσο πλήγωσε. Η ταινία επιφανειακά είναι μια ιστορία που καταλήγει σε μια τρυφερή συμφιλίωση (μετά από χίλια κύματα βέβαια). Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο μήνυμα που περνάει και αυτό είναι το πόσο σημαντική είναι μια σταθερή, ενθαρρυντική και χωρίς προβλήματα οικογένεια στην εξέλιξη και ωριμότητα των ανθρώπων, τονίζοντας δε πόσο εύκολα μια προβληματική κατάσταση στο σπίτι μπορεί να γίνει τροχοπέδη στην ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου (πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται με μεγάλες προσδοκίες), ή αλλιώς baggage, «βαλίτσες» με αρνητικά ερεθίσματα και εμπειρίες που κουβαλάς μια ζωή μαζί σου σε ό,τι σχέση κάνεις δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο προβλημάτων και αποτυχιών.

Η Οικογένεια Τένενμπάουμ είναι μια ιστορία για την αποτυχία της πραγματικότητας να ανταποκριθεί στις πολύ ψηλές προσδοκίες της νεαρής ηλικίας. Ένα ξεκάθαρα τραγικό μοτίβο πίσω από τη φανταχτερή κωμική επιφάνεια του φιλμ. Στον κινηματογράφο πολλές φορές χρησιμοποιείται ο όρος rosebud (ο οποίος πάρθηκε από την τελευταία λέξη του Πολίτη Κέιν στο νεκροκρέβατο του) για να χαρακτηρίσει ένα μυστήριο, κάτι στο παρελθόν του χαρακτήρα που τον «έπλασε», τον άλλαξε και τον έκανε αυτό που είναι. Στη ζωή του Chas (Ben Stiller), της Margot (Gwyneth Paltrow), του Richie (Luke Wilson) και του παιδικού τους φίλου Eli (Owen Wilson), το rosebud τους μπορούμε να το βρούμε στη μορφή του Royal Tenenbaum.

Και τα τρία παιδιά του Royal, όπως και ο φίλος τους που έμενε απέναντι τους, μεγάλωσαν με μεγάλα όνειρα και υψηλές προσδοκίες, οι οποίες εν τέλει δεν έγιναν πραγματικότητα μιας και το βάρος της ζωής τους έκοψε τα φτερά. Το rosebud του Eli είναι πως ήθελε από μικρός να είναι ένας προικισμένος Tenenbaum όπως οι φίλοι του, γι’ αυτό και στην ενήλικη του ζωή προσπάθησε πάρα πολύ να είναι το next big thing στη συγγραφή western βιβλίων. Ο Chas, ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια και γεννημένη ιδιοφυΐα στα μαθηματικά και στις επιχειρήσεις, ήθελε να γίνει καλύτερος πατέρας από τον δικό του που τους παράτησε. H Margot είχε κερδίσει τεράστια υποτροφία για τα θεατρικά έργα που έγραφε ως παιδί. Ούσα υιοθετημένη (κάτι που ο Royal δεν έπαψε να υπενθυμίζει) ήθελε απλά να αγαπηθεί και ο Richie, παιδί-θαύμα όσον αφορά το τένις, έτρεφε μια απαγορευμένη αλλά πολύ τρυφερή αγάπη για την αδερφή του. Ακόμα και ο Royal έχει το δικό του rosebud με τον χαμό των γονιών του.

Οι προσδοκίες όλων όμως έπεσαν στο κενό. Ο Eli δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει το όνειρο του και να είναι πραγματικά χαρούμενος παρά όλη την επιτυχία που είχε ως συγγραφέας και εθίστηκε στα ναρκωτικά. Ο Chas, μετά τον θάνατο της γυναίκας του σε ένα τρομερό ατύχημα με αεροπλάνο (από το οποίο το μόνο που γλίτωσε ήταν ο σκύλος τους ο Buckley), έγινε ένας υπερπροστατευτικός πατέρας, ο οποίος «έπνιγε» τα παιδιά του με τον έλεγχο του αποξενώνοντας τα εντελώς, όπως και ο Royal (ο φαύλος κύκλος είναι πεντακάθαρος εδώ). Η Margot πετούσε τον εαυτό της σε διάφορες σχέσεις, αν και παντρεμένη, μπας και μπορέσει να καλύψει ποτέ το κενό μέσα της που είχε δημιουργηθεί από την απόρριψη του πατέρα της. O Richie κατέστρεψε την καριέρα του ως τενίστας με μια τραγική εμφάνιση λόγω της εμμονικής του αγάπης για την Margot, γυρίζοντας τον κόσμο σε μια προσπάθεια να βρει έναν τρόπο να ζήσει χωρίς αυτή.

Η ταινία κλιμακώνεται απίστευτα στη σκηνή αφού μάθει ο Richie για τις σχέσεις της αδερφής του με άλλους άντρες, όπως και με τον κολλητό του τον Eli. Η σκηνή του ξυρίσματος υπό τους ήχους του Needle in The Hay του Elliott Smith είναι μια από τις πιο δυνατές που έχω δει σε ταινία. Ο Richie ξυρίζει τα μακριά του μαλλιά και τα μούσια του και αναφωνεί «Αύριο θα αυτοκτονήσω» πριν κόψει τις φλέβες του στον γεμάτο τρίχες νιπτήρα. Η σκηνή της μεταμόρφωσης του Richie είναι συμβολική, αφού πετάει τον κεφαλόδεσμο του και αλλάζει εντελώς την εμφάνιση του που ήταν χαρακτηριστική από τότε που ήταν μικρό παιδάκι. Το ότι αναφωνεί πως θα αυτοκτονήσει αύριο αλλά κόβει τις φλέβες του στο αμέσως επόμενο καρέ δείχνει πως αυτό ήταν κάτι που το είπε πολλές φορές στη ζωή του, αλλά τον κρατούσε η ελπίδα της Margot. Όταν όμως κατέρρευσε μια και καλή η εξιδανικευμένη εικόνα της αδερφής του αλλά και ενός τέλειου μέλλοντος μαζί της μετά από αυτά που έμαθε, συνειδητοποίησε πως δεν έχει λόγο να ζει πλέον.

Όλοι οι βασικοί χαρακτήρες της ταινίας ζουν σε μια πραγματικότητα η οποία δεν μπόρεσε ποτέ να τους φέρει κοντά στα όνειρα τους. Αντίθετα τους πέταξε σε έναν απύθμενο λάκκο απελπισίας. Ο Richie είναι απλά αυτός που δρα στην απόγνωση του. Αυτή η σκηνή έγινε ακόμα μια εμβληματική μετά τον θάνατο του τραγουδιστή του μουσικού χαλιού της, του Elliott Smith, ο οποίος βρέθηκε νεκρός δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας με δύο μαχαιριές στο στήθος, οι οποίες δεν διαπιστώθηκε ποτέ αν ήταν αυτοτραυματισμός, όπως και η απόπειρα αυτοκτονίας του Owen Wilson, ο οποίος βοήθησε τον Anderson και με το σενάριο, έξι χρόνια μετά, το 2007.

Ο Richie εν τέλει κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή και να αποκαλύψει στην αδερφή του τα αισθήματα του (τα οποία αν και ήταν αμοιβαία δεν θα έβρισκαν ποτέ γόνιμο έδαφος για να ευδοκιμήσουν λόγω της αδερφικής τους σχέσης) και έλυσε κατά κάποιο τρόπο το πρόβλημα που τον κρατούσε στάσιμο ενώ βρίσκει νέο νόημα στη ζωή του διδάσκοντας τένις σε μικρά παιδιά. Η Margot επίσης, με την εξομολόγηση του Richie, γνώρισε για πρώτη φορά την βαθιά αγάπη που έψαχνε χρόνια σε εφήμερες σχέσεις, ξέφυγε από την καταθλιπτική της μουργέλα και ξεκίνησε να γράφει ξανά, αφού λίγο καιρό αργότερα κυκλοφορεί το νέο της θεατρικό που ήταν βασισμένο στην οικογένεια της. Η ταινία κλείνει με μια γλυκιά νότα αισιοδοξίας, με την οικογένεια να έχει μαζέψει τα κομμάτια της μετά από ένα κωμικό ατύχημα του Eli, ο οποίος πατάει με το αμάξι του τον Buckley, τον σκύλο του Chas και των διδύμων, κόβοντας μια και καλή την σχέση με το θλιβερό παρελθόν και «πιέζοντας» συμβολικά τον Chas (αλλά και τον εαυτό του αφού αργότερα μπαίνει σε κέντρο αποτοξίνωσης) να κάνει το βήμα παραπέρα στη ζωή του, όντας κολλημένος στην στιγμή που η γυναίκα του έχασε τη ζωή της. Ο Royal τελικώς μπόρεσε να διορθώσει τις σχέσεις του με τα παιδιά και τα εγγόνια του πριν πεθάνει, αφού εξιλεώθηκε και αυτός συμβολικά μιας και η δική του εμφάνιση μετά από τόσα χρόνια ήταν το εφαλτήριο για να επιλύσουν τα παιδιά του τα σοβαρά ψυχολογικά τους αδιέξοδα. Ο Chas, ο οποίος ήταν και ο πιο επηρεασμένος από την έξοδο του πατέρα του από τη ζωή του, ήταν ο μόνος που τον είδε να πεθαίνει στο νοσοκομείο. Στην ταφόπλακα του Royal γράφει «Πέθανε τραγικά, προσπαθώντας να σώσει την οικογένεια του από τα συντρίμμια ενός κατεστραμμένου υποβρύχιου σκάφους», παίζοντας με τον εκκεντρικό χαρακτήρα του Royal, αλλά κρύβοντας κάτω από τον επικό λυρισμό του στίχου την πραγματικότητα.

Η ιστορία της δυσλειτουργικής οικογένειας των Τένενμπάουμ είναι παραμύθι (όπως θέλει να μας δείξει και ο Anderson από την ύπαρξη κεφαλαίων). Φαίνεται όμως τόσο αληθινή γιατί πηγάζει από ανθρώπινα ερεθίσματα. Οι χαρακτήρες είναι «ζωντανοί» και περνάνε πάρα πολύ εύκολα τη νοσταλγία του παρελθόντος και την κατάθλιψη του παρόντος τους. Ξεχώρισα την καταπληκτική ερμηνεία του Gene Hackman αλλά και αυτές των Gwyneth Paltrow και Luke Wilson που σε ορισμένες σκηνές ήταν σοκαριστικές. Όσο εύκολα θα σε κάνει να γελάσεις, άλλο τόσο εύκολα θα σε κάνει να κλάψεις. Η δύναμη του σεναρίου μιας κωμωδίας-δράματος είναι το να μη μοιάζει επιτηδευμένο και εκτός τόπου και χρόνου, αλλά τα ύψη των κωμικών στοιχείων και της δραματικής της έντασης να δένουνε αριστοτεχνικά. Στη συγκεκριμένη ο Wes Anderson δεν τα έδεσε απλά, τα κέντησε.

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ