Μενού Κλείσιμο

The Irishman: Η αποδόμηση της ταινίας γκάνγκστερ από τον πατέρα της – Άρθρο του Κωνσταντίνου Σαλαβάτη

 Κων/νος Σαλαβάτης

Πτυχιούχος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ.

Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου στις Αγγλικές και Αμερικανικές Σπουδές.

 

 

Το 2019 του Σκορσέζι πολλοί θα το θυμούνται από τις ατάκες του για το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel, την οποία έστησε στα πέντε μέτρα και την καταδίκασε σε θάνατο δια κριτικού λιθοβολισμού. Πολλοί (κυρίως νεότεροι που δεν γνωρίζουν τι πάει να πει Martin Scorsese) ενοχλήθηκαν από τη σφοδρή κριτική του στις αγαπημένες του ταινίες και έσπευσαν να τις υπερασπιστούν, όμως στην προσπάθεια τους να «σκοράρουν» έβαλαν αυτογκόλ. «Τι ξέρει ο Scorsese από κινηματογράφο; Ένας γεροδεινόσαυρος είναι που έχει να κάνει καλή ταινία χρόνια. Έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα, έχει μείνει πίσω, οι ταινίες των Avengers είναι πολύ καλύτερες απ’ ότι έχει κάνει.»

Προφανώς και δε θα κάτσω να γράψω πόσο κοντόφθαλμες και ανενημέρωτες είναι τέτοιες απόψεις, δε νομίζω πως ο πιο ποιοτικά παραγωγικός σκηνοθέτης όλων των εποχών (η λίστα των ταινιών του που έμειναν στην ιστορία δεν έχει τέλος) έχει ανάγκη να του πλέξω το εγκώμιο απέναντι στις φωνές του διαδικτύου. Εκεί που θέλω να επικεντρωθώ είναι στο ίδιο του το έργο που μίλησε από μόνο του μέσα στο 2019 για τη σημασία του ονόματος του και απέδειξε ακόμα μια φορά πως ο Χολυγουντιανός κινηματογράφος δεν αναπνέει χωρίς τις ιστορίες του.

Ο Ιρλανδός είναι μια από τις υποψήφιες ταινίες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Όταν τελείωσε, μετά από 3μιση ώρες που μου φάνηκαν πως πέρασαν μέσα σε 5 λεπτά, ένιωθα πως ήταν το κύκνειο άσμα του Scorsese. Ήξερα πως δεν θα σταματήσει τη σκηνοθεσία (ήδη ξεκίνησε η παραγωγή της επόμενες ταινίας του που θα έχει να κάνει με τις δολοφονίες των Ινδιάνων Osage στην Οκλαχόμα του 1920 από ανθρώπους που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την γη τους που ήταν πλούσια σε πετρέλαιο), όμως ο Ιρλανδός μου φάνηκε σαν να έκλεινε ένα σχήμα του κύκλου στις ταινίες εποχής του Scorsese, σαν να είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει ο ισχυρός σκηνοθέτης να μας μείνει στο μυαλό από αυτού του είδους τις ταινίες.

Βλέποντας τον Ιρλανδό δεν μπορείς να μην τον αντιπαραβάλλεις νοηματικά και σημειολογικά με τους Goodfellas, την κατά πολλούς καλύτερη ταινία του Scorsese που κυκλοφόρησε το 1990. Και οι δύο είναι ταινίες για γκάνγκστερ με τον Robert De Niro και τον Joe Pesci, σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικοπολιτισμικό πλαίσιο το οποίο επιτυγχάνεται και με την ανάλογη αισθητική απεικόνιση. Ενώ όμως τα highs των Goodfellas είναι ίσως πιο ψηλά, ο Ιρλανδός είναι η καλύτερη απεικόνιση του οργανωμένου εγκλήματος που δεν το εξυμνεί. Το τελευταίο κομμάτι της ταινίας ξεκινά έναν τεράστιο διάλογο. Αυτόν που στις αντίστοιχες ταινίες για τη μαφία (Goodfellas, Godfather, Casino, κλπ.) βρισκόταν πάντα στο βάθος πίσω από τη βία, την δύναμη και την εξουσία. Αυτόν που ρωτάει «Που θα καταλήξει αυτό το πράγμα;».

Δεν περίμενα από την ταινία να είναι μια τόσο οξυδερκής αποδόμηση της κουλτούρας βίας και εξουσίας που εξυμνούσαν (είτε ήθελαν είτε όχι) οι προκάτοχοι του. Ο Scorsese πήρε την κλασική συνταγή της ταινίας γκάνγκστερ (την οποία εν μέρει τελειοποίησε ο ίδιος) και της άλλαξε τα φώτα. «Που εστιάζαμε στους Goodfellas; Κόψτε τα. Πάμε από την αρχή. Θα δείξουμε πως η τοξική αρρενωπότητα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε έναν πατριαρχικό οργανισμό εγκλήματος οδηγεί σε ένα τεράστιο αδιέξοδο. Θα εστιάσουμε στον άνθρωπο πίσω από τον βαθμό ιεραρχίας, θα δείξουμε πώς μια τέτοια ζωή επηρεάζει τον ίδιο και την οικογένεια του, θα τονίσουμε τις θυσίες που θα τον αναγκάσει να κάνει αυτό το lifestyle και το χειρότερο απ’ όλα; Θα δείξουμε πόσο παγιδευμένοι στο διεστραμμένο σύστημα αξιών τους θα νιώθουν στο τέλος, πόσο ανήμποροι να λυτρωθούν από το παρελθόν τους θα είναι…»

Υπάρχουν κάποιες σκηνές στην ταινία όπου οι δύο από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες, ο Russell Bufalino (Joe Pesci) και ο Frank Sheeran (Robert De Niro) μοιράζονται γεύματα μικρών κομματιών ψωμιού που τα βουτάνε στο κρασί. Στην Ρωμαιοκαθολική αλλά και στην Ορθόδοξη εκκλησία, ο συνδυασμός του ψωμιού με το κρασί είναι χαρακτηριστικό της τελετής της Θείας Κοινωνίας. Η σημειολογία της σκηνής ως τόπος φιλίας, πίστης και αφοσίωσης ανάμεσα στα δύο άτομα που συμμετέχουν είναι πολύ δυνατή. Η φράση break bread with someone (σπάω ψωμί με κάποιον) άλλωστε πλέον χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει πως υπάρχει μια σχέση εμπιστοσύνης, σιγουριάς και άνεσης με κάποιον, ένας δεσμός αδελφοσύνης παρόμοιος με εκείνον του Ιησού Χριστού και των μαθητών του στον Μυστικό Δείπνο.

Η πρώτη φορά που οι δύο πρωταγωνιστές μοιράζονται ένα τέτοιο δείπνο είναι, όπως η αποκάλυψη του Χριστού στον Μυστικό Δείπνο πως κάποιος από τους μαθητές του θα τον προδώσει, προοικονομία του άδοξου τέλους. Ο Frank αφηγείται στον Russ τις ιστορίες που τον έχουν στοιχειώσει από τη συμμετοχή του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το πώς αυτές οι εμπειρίες άλλαξαν τον τρόπο σκέψης του. Καταλήγει πως μετά από αυτά που είδε και έκανε η φιλοσοφία του για τη ζωή είναι το κλασικό ανεύθυνο «ότι είναι να γίνει, ας γίνει», το οποίο ενστερνίζεται και ο Russ. Αυτό όμως το «ότι είναι να γίνει, ας γίνει» θα στολίσει τον τίτλο του επιλόγου τους. Την τελευταία φορά που οι δύο φίλοι μοιράζονται ένα τέτοιο γεύμα, πολλά χρόνια μετά το πρώτο, είναι ευάλωτοι και σπασμένοι. Το περιβάλλον στο οποίο δρούσαν όμως όλα αυτά τα χρόνια και το οποίο τους έπλασε δεν τους αφήνει να λυτρωθούν από τις αμαρτίες τους, ούτε καν να τις παραδεχτούν.

Ο Ιρλανδός είναι η ταινία γκάνγκστερ η οποία κοιτάει προς τα μέσα. Με τις ερμηνείες του Pacino, του Pesci και του De Niro να μην φαίνονται καν ερμηνείες με το πόσο φυσικές και αβίαστες είναι, δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει τις άλλες μεγάλες ταινίες της κατηγορίας. Είναι όμως μια παραγωγή Netflix. Δύσκολα θα καταλήξει σε αυτή το αγαλματίδιο, αν και τικάρει όλα τα κουτιά.

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ