Μενού Κλείσιμο

Κορωνοϊός – Τζανάκης: Θα έχουμε 1.000 θανάτους τον μήνα μέχρι τα Χριστούγεννα

Δυσοίωνη πρόβλεψή για 1.000 νεκρούς τον μήνα εξαιτίας επιπλοκών του κορωνοϊού έκανε ο καθηγητής Πνευμονολογίας, Νίκος Τζανάκης.

Μιλώντας στο Mega, ο κ. Τζανάκης υπενθύμισε την εκτίμησή του για 3.000 νεκρούς μέχρι τα Χριστούγεννα, λέγοντας ότι ήδη από την 1η Οκτωβρίου έχουν χάσει τη ζωή τους 961 συνάνθρωποί μας.

«Στις αρχές Οκτώβρη είχα πει ότι θα έχουμε 3.000 κρούσματα μέχρι το τέλος του χρόνου και κάποιοι έσπευσαν να με λοιδορήσουν, να κριτικάρουν αυτή μας την πρόβλεψη. Μέχρι τώρα από την 1η Οκτωβρίου έως τώρα έχουμε 961 θανάτους, επομένως η πρόβλεψη 1.000 θάνατοι ανά μήνα, δηλαδή 3.000 μέχρι τέλος του χρόνου, ικανοποιήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, έγινε. Αυτοί οι θάνατοι είναι σε ποσοστό 95% ανεμβολίαστοι άνθρωποι. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τι σημασία έχει το εμβόλιο ακόμα και στις περιοχές που έχουμε πολλά κρούσματα. Στις περιοχές που έχουμε πολλά κρούσματα, που έχουν υψηλό εμβολιαστικό ποσοστό, το ποσοστό των νοσηλειών είναι περίπου στο 6-7% σε σχέση με τα κρούσματα. Ενώ το ποσοστό των νοσηλειών σε σχέση με τα κρούσματα σε περιοχές με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη, κάτω από 50% και 55%, είναι περίπου 15-20%», τόνισε ο κ. Τζανάκης.

Στην αρχή των δηλώσεων του, ο κ. Τζανάκης μίλησε για την μετάλλαξη Δέλτα plus και κατά πόσο μας προστατεύουν τα εμβόλια.  «Για τη μετάλλαξη Δέλτα plus αυτή τη στιγμή επεξεργάζονται τα δεδομένα στην Αγγλία για να δουν. Η πρώτη εντύπωση είναι ότι δεν έχει κάτι διαφορετικό στη νοσηρότητά της, και εξετάζεται το ενδεχόμενο να είναι ελαφρά πιο μεταδοτική από τη Δέλτα. Νομίζω είναι λίγο πρόσκαιρο να ασχολούμαστε με αυτήν. Επίσης, εξετάζεται το ενδεχόμενο πόσο ξεφεύγει από τα εμβόλια. Δεν ξέρουμε αν θα επικρατήσει και ακόμη και αν επικρατήσει χρειάζεται χρόνο, δύο-τρεις μήνες για να το κάνει. Επομένως, είναι λίγο πρόσκαιρο. Είναι ανησυχητικό. Αναβαθμίστηκε από τον ΠΟΥ η παρακολούθηση της και έτσι είμαστε αναγκασμένοι να ασχοληθούμε επιστημονικά με αυτή».

Ερωτηθείς για το εάν οι εμβολιασμένοι προφυλάσσονται είπε ότι αυτό εξετάζεται. «Γνώμη μου είναι ότι μάλλον θα είμαστε προφυλαγμένοι με τα εμβόλια και για τη νέα μετάλλαξη, στο βαθμό που είμαστε για τη μετάλλαξη Δέλτα», εκτίμησε.

 

Αναφορικά με το αν η 3η δόση του εμβολίου για τον κορωνοϊό μπορεί να γίνει μαζί με το εμβόλιο της γρίπης, ο κ. Τζανάκης εξήγησε ότι «μπορεί να πάει την ίδια μέρα. Εάν, όμως, δεν υπάρχει το ίδιο τάιμινγκ, παρόλο που το  CDC της Αμερικής λέει ότι δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε αποστάσεις, εντούτοις, είναι προτιμητέο να γίνεται πρώτα το ένα εμβόλιο και μετά από 2 βδομάδες ή το πολύ 3 το άλλο. Αυτό είναι προτιμητέο, κατά την γνώμη, για πολλούς λόγος, ο ένας είναι για να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις τυχόν παρενέργειες του κάθε εμβολίου και να μην απασχολείται το αμυντικό μας σύστημα με δύο δουλειές στην ίδια στιγμή».

 

«Η 3η δόση δεν είναι υποχρεωτική, επιβάλλεται να γίνει για λόγους περαιτέρω ανοσοποίησης στα άτομα που δυνητικά δεν απάντησαν σωστά, και αυτοί είναι οι ανοσοποιημένοι και οι άνω των 80 ετών, ενώ είναι αναμνηστική, ενίσχυση δηλαδή, του ανοσοποιητικού στους άνω των 60. Επίσης, θα πρέπει να πούμε, ότι έχει βγει μια νέα μελέτη στην Αγγλία που λέει ότι η μετάλλαξη Δέλτα μεταδίδεται και μολύνει και τους εμβολιασμένους. Είχαμε μια δυσπιστία κατά πόσον οι εμβολιασμένοι μεταδίδουν. Βγήκε, λοιπόν, μια μελέτη η οποία ακριβώς δείχνει αυτό το πράγμα. Επομένως επιβάλλεται, κατά πάσα πιθανότητα και στους εμβολιασμένους η 3η δόση, υπό την έννοια της  διακοπής της διασποράς και της μετάδοσης», επισήμανε.

 

Τζανάκης: Γιατί είναι ιδιάζον το πρόβλημα στην Θεσσαλονίκη

 

Σχολιάζοντας την επιδημιολογική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Βόρεια Ελλάδα, ο κ. Τζανάκης επισήμανε ότι το πρόβλημα εστιάζετε στις περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη. «Στη Θεσσαλονίκη μέχρι τώρα ήταν ελεγχόμενο το πρόβλημα και αυτή έχει ξεπεράσει το σημαντικό όριο των 500 κρουσμάτων ανά 100.000, ανά 14 ημέρες. Εδώ και 10 μέρες το έχει ξεπεράσει και αυτή. Το πρόβλημα είναι ότι γύρω από αυτήν υπάρχουν 6-7 περιφερειακές ενότητες, Ημαθία, Πέλλα, Πιερία, Δράμα, Ξάνθη, Καστοριά, Μαγνησία και Λάρισα- βεβαίως εκεί υπάρχουν μεγάλα νοσοκομεία- και έτσι επιβαρύνουν το υγειονομικό σύστημα της Θεσσαλονίκης με διασωληνωμένους από αυτές στις οποίες τα νοσοκομεία δεν έχουν δυναμικό κλινών για ΜΕΘ. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα ιδιάζον πρόβλημα. Βεβαίως είναι η ηπειρωτική Ελλάδα και μπορούν να μετακινηθούν άρρωστοι σε άλλες περιοχές, σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, αλλά δεν παύει να υπάρχει μια μεγάλη πίεση. Υπολογίζω ότι με τη συνδρομή του ιδιωτικού τομέα θα προσφερθούν κλίνες στο σύστημα που έστω και δύσκολα θα διαχειριστεί την κατάσταση, χωρίς να υπάρξουν σοβαρά ή οριζόντια μέτρα απομόνωσης», είπε.

 

«Το πρόβλημα, όμως, με την πίεση του υγειονομικού συστήματος είναι ότι τρόπον τινά παρατάμε ή αδιαφορούμε ή το υγειονομικό σύστημα δεν μπορεί να ασχοληθεί με χρόνια νοσήματα, εξίσου σημαντικές επιπτώσεις και θνησιμότητα, μένουν στάσιμα ή παραπίσω, δεν διαγιγνώσκονται, δεν θεραπεύονται, με συνέπεια να έχουμε υπερβάλλουσα θνησιμότητα που θα εισπράξουμε το επόμενο διάστημα από άλλες αρρώστιες», προειδοποίησε.

 

Ερωτηθείς για αν η φυσική ανοσία είναι πιο ισχυρή από αυτήν που προσφέρει το εμβόλιο, ο κ. Τζανάκης είπε: «Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο ακριβώς. Η φυσική ανοσία είναι πολύ πιο πολυκλωνική από το εμβόλιο, δηλαδή φτιάχνει διαφορετικά και περισσότερα αντισώματα εναντίον του ιού, πλην όμως δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι τόσο σημαντικά ψηλότερη από το εμβόλιο. Γιατί το λέω αυτό, διότι μια φυσική ανοσία μπορεί να εξαρτηθεί από το ιικό φορτίο το οποίο έλαβε ο άνθρωπος όταν αρρώστησε, και διάφορους άλλους παράγοντες. Με το εμβόλιο έχουμε, ας το πούμε, συγκεκριμένη ανοσιακή απάντηση, μετρημένη, και με μετρημένη την ουσία του ιού που βάζουμε στον εαυτό μας. Έχει αποδειχτεί ότι είναι παραπλήσια η ανοσία που έχουμε από το εμβόλιο, ενώ από τη φυσική ανοσία υπάρχουν διάφορης διάρκειας αποτελεσματικότητα».

 

«Θεωρητικά μιλώντας εάν κάποιος περάσει τον ιό και μολυνθεί με ικανή ποσότητα ιού, η φυσική ανοσία που θα αναπτύξει είναι σίγουρα πιο πολυκλωνική και αποτελεσματική από ένα εμβόλιο. Αυτό σαν θεωρητική σκέψη υπάρχει. Επαναλαμβάνω, όμως, δεν γνωρίζουμε πώς θα νοσήσεις, σε τι κατάσταση είναι ο οργανισμός την ώρα που θα νοσήσεις, αν είναι με μια άλλη ίωση και προφανώς η ανοσία που θα αναπτύξεις δεν είναι σίγουρη. Όμως το πρόβλημα δεν είναι να αρρωστήσουμε και να αποκτήσουμε ανοσία. Το θέμα είναι να μην αρρωστήσουμε και κινδυνέψουμε σε ένα ποσοστό 10% να νοσήσουμε κρίσιμη νόσο και περίπου ένα ποσοστό 1-2%, εξαρτάται από την ηλικία, να χάσουμε τη ζωή μας», πρόσθεσε ο κ. Τζανάκης.

ΠΗΓΗ

Οι ειδήσεις της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ