Συνέντευξη στην Ηρώ Τζημίκα
Ένας άνθρωπος που έδωσε πολλά. Ένας επιχειρηματίας που αγκάλιασε τους συλλόγους, την εκπαίδευση, την εκκλησία. Προσέφερε συνεχώς και απλόχερα οικονομική στήριξη σε όσους τον χρειάστηκαν ανά τα χρόνια και ακόμα προσφέρει μέχρι σήμερα. Μέγας ευεργέτης για τον απόδημο Ελληνισμό και για την Ελλάδα.
Με τον κ. Αμανάτη Ταγκαλίδη συναντηθήκαμε στα γραφεία της ΕΠΤΑ στην Κατερίνη. Μετά από τόσες εμπειρίες, τόσες γνωριμίες, τόσες ιστορίες ζωής, δεν διακρίνεις τίποτα άλλο, πέρα από ένα καθαρό βλέμμα κι έναν άνθρωπο που θέλει να μοιραστεί όσα έζησε, τις τόσες εμπειρίες, με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Ξεκινήσαμε την κουβέντα μας με μία λέξη κι αυτή είναι «ευπατρίδης». Μία λέξη συνυφασμένη με το όνομά του κι η αμέσως επόμενη ερώτηση ήταν αν έχει δεχτεί χαρακτηρισμούς στη ζωή του… «Έχω δεχτεί χαρακτηρισμούς, ναι. Στη ζωή μου πέρασαν άνθρωποι που με σεβάστηκαν, με εκτίμησαν, με δέχτηκαν έτσι όπως είμαι κι άλλοι που άσκησαν κριτική μεγάλη. Βαριά, με λέξεις που δεν λέγονται. Κάποια στιγμή ήρθε ένας μηχανικός και μου είπε πόσο κουτός είμαι που δίνω τα χρήματα και κάνω δωρέες σε σχολεία και εκκλησίες. Η απαντήσή μου ήταν ότι τα χρήματα θα τα δίνω όπου θέλω εγώ».
Γεννημένος στα Λευκόγεια Δράμας στις 14 Μαρτίου 1937, ο Αμανάτης Ταγκαλίδης είχε μια ζωή με πολλούς προορισμούς και κάποιους από αυτούς θα τους μάθουμε σε αυτή τη συνέντευξη-εξιστόρηση της ζωής του. Κάποιοι από αυτούς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «δεν λέγονται». Μια ζωή γεμάτη κι από λάθη κι από σωστά. Άλλωστε πώς θα ήταν η πορεία όλων μας εάν δεν υπήρχαν και τα δύο;
Πριν αρχίσουμε να μιλάμε για τη Γερμανία, τον ρωτάω αν ήταν μονόδρομος στο να καταλήξει σε αυτή τη χώρα… «Όχι, στην Αθήνα ήθελα να πάω. Η Κατερίνη μου φαινόταν χωριό κι είχα την ανάγκη να φύγω. Υπηρέτησα στην ΕΛΔΥΚ. Ήμουν από τους πρώτους. Παρέλασα πρώτος δεξιά, δείκτης, στη διμοιρία παρελάσεως το ’59, μπροστά στο Βασιλιά Παύλο. Τότε έφαγα και 6 μήνες φυλακή… για το ποδόσφαιρο. (γελάει) Ήμουν λοχίας, είχα υπηρεσία κι έπαιζε η Δόξα Δράμας με την ΑΕΚ. Άφησα το πόστο μου κι έφυγα! Αλλά, ναι. Η Αθήνα ήταν ο αρχικός προορισμός και είχα κλείσει να δουλέψω ως σερβιτόρος. Δεν κατάφερα να μείνω όμως. Ο αδερφός μου τότε σπούδαζε γιατρός στη Γερμανία, είχα απολυθεί κι από τον στρατό, μου έστειλε 1000 δραχμές και μου είπε έλα εδώ είναι καλύτερα για εσένα. Έχει καλή ζωή».
Η αρχή του ήταν στη Δράμα όπου και μεγάλωσε, η συνέχεια τον έφερε στην Κατερίνη, έκανε μία μικρή στάση, για να μπει στον στρατό στην Αθήνα και από εκεί κατευθείαν στη χώρα που θα μεγαλουργούσε, τη Γερμανία… «Στην αρχή ήμουν στο Dusseldorf. Στο Gerlingen κατέληξα να μένω τυχαία, από έναν γάμο ενός ξαδέρφου μου που έδωσα το «παρών». Έχω πολλές ωραίες αναμνήσεις. Πιο πολύ με τις ομάδες και το ποδόσφαιρο. Είχαν μαζευτεί να παίξουν δύο ερασιτεχνικές ομάδες, το Gerlingen με το Waiblingen και στις κερκίδες είχε πολλούς Έλληνες και πολλοί ήταν Κατερινιώτες. Καθώς μιλούσαμε τους ρώτησα για τις δουλειές, για τα χρήματα που έβγαζαν… Μου είπαν ότι έβγαζαν περισσότερα από εμένα. Όλοι έπαιρναν 6-7 μάρκα την ώρα κι εμείς τότε παίρναμε 1,90 και δουλεύαμε όλη μέρα και όλη νύχτα».
Και κάπως έτσι καταλήγει να δουλεύει για τη Bosch στις αρχές τις δεκαετίας του 60’… «Έτσι δούλεψα για τη Bosch. Έμαθα πάρα πολύ γρήγορα τη γλώσσα, διαβάζοντας από το πρωί έως το βράδυ. Εκείνη την εποχή ήθελαν έναν γρήγορο άνθρωπο που να μπορεί να διαβάζει και να γράφει. Ο ξάδερφος μου με πήγε στον διευθυντή κι αυτός μου είπε ότι για ένα χρόνο – εγγυημένα- θα παίρνω 18 μάρκα την ώρα κι ότι χρειάζονταν έναν άνθρωπο σαν εμένα στην εταιρεία. Σε τρεις μήνες έγινα ο πρώτος επιστάτης στη φίρμα και έγινα και διερμηνέας στην τράπεζα. Έτσι ξεκίνησα την καριέρα μου».
Τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης τα έζησε στο Gerlingen όπου υπήρξε πρωταγωνιστής της ίδρυσης του Ελληνικού σχολείου τον Σεπτέμβριο του 1967 και στη συνέχεια ήρθε η ίδρυση των συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, αλλά και άλλων ελληνικών σχολείων σε άλλες πόλεις. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Gerlingen. «Ίδρυσα τα σχολεία επί δικτακτορίας 66’-67’ κι αυτό το ανέφερα στην κυβέρνηση του Σύριζα, που τους φιλοξενήσαμε στο 30ο φεστιβάλ του Göppingen, στην εκκλησία που έχτισα εγώ και είπα μπροστά στον τότε Υπουργό Εξωτερικών κ. Αμανατίδη και σε άλλους εκπροσώπους ότι είμαι υπερήφανος για ένα πράγμα κι αυτό είναι που έχτισα σχολεία! Από εκείνες τις φουρνιές μαθητών βγήκαν εξαιρετικά παιδιά που διέπρεψαν. Βγήκαν γιατροί, καθηγητές, ακαδημαΪκοί που διδάσκουν στην Αμερική. Επίσης ο δεύτερος προπονητής του Όττο Ρεχάγκελ στο Euro 2004 είναι ανηψιός μου, ο Γιάννης Τοπαλίδης κι ήταν μαθητής σε ένα από τα σχολεία».
Για το μεγαλύτερο μέρος του ελληνισμού της Βάδης-Βυρτεμβέργης είναι ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο και μία εμβληματική και δυναμική προσωπικότητα. Η συζήτηση πηγαίνει στον αθλητισμό και στη μεγάλη του αγάπη που είναι το ποδόσφαιρο και είναι ταυτόχρονα ένα τεράστιο κεφάλαιο της ζωής του.
Το 1964 ο ίδιος ήταν στο συμβούλιο της Ολυμπιάδας Gerlingen για 7 χρόνια. Η ομάδα της Βάδης-Βυρτεμβέργης έφτασε ψηλά και κατάφερε πρωτόγνωρα πράγματα για την εποχή… «Ισχύει. Πάντα ήμουν ποδοσφαιρόφιλος. Κατάγομαι κι από τη Δράμα κι εκεί είχαμε μια μεγάλη ομάδα για την εποχή, τη Δόξα Δράμας. Τότε καταφέραμε πολλά. Το μόνο όνειρο που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω είναι που δεν κατάφερα να φέρω τον Πιερικό μαζί με τη Δόξα στη Γερμανία, για να παίξουν εδώ, γιατί κάποιοι με πρόδωσαν. Παρόλα αυτά με την ομάδα καταφέραμε να φτάσουμε ψηλά και ήμασταν 3 φορές κυπελλούχοι Γερμανίας. Παίξαμε σε διεθνή τουρνουά όπως στην έδρα του Ερυθρού Σταυρού της Ευρώπης στη Γαλλία. Εκεί ήταν κι ο Μισέλ Πλατινί. Είχαμε τόσους καλούς παίκτες. Για την Αμερική είχαν επιλέξει και πήραν τον Φιάκα για μισό εκατομμύριο δολάρια».
Διακρίσεις, τιμές, αποδοχή, αγάπη, πόλεμος, αντικρούσεις, αχαριστία. Μερικές χαρακτηριστικές λέξεις που όταν γίνεται αναφορά στο όνομά του, πρωταγωνιστούν. Κατάφερε να πρωτοπορήσει, κατάφερε να «χτίσει» έναν δικό του κόσμο, μια μικρή αυτοκρατορία κι από εκεί να γυρίσει όλο τον κόσμο. Καζίνο, εστιατόρια, αλυσίδες μαγαζιών από τα οποία πέρασαν χιλιάδες άνθρωποι… «Με τις επιχειρήσεις ξεκίνησα όταν πήρα την άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών της Βάδης Βυρτεμβέργης. Δεν έδιναν εύκολα άδειες τότε, πόσο μάλλον σε Έλληνες. Κανόνισα ραντεβού μαζί του. Εκεί του είπα ότι θέλω να το κάνω σαν δεύτερη δουλειά, γιατί έχω πολλές υποχρεώσεις με την οικογένειά μου».
Για το μεγαλύτερο μέρος του ελληνισμού της Βάδης-Βυρτεμβέργης είναι ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο, αγαπητό, μία εμβληματική προσωπικότητα. Αυτό φέρνει όμως πολλές φορές και δυσκολία διαχείρισης καταστάσεων… «Ναι, πολλές φορές το σκεφτόμουν και έχω δεχθεί κριτική. Άλλοι με παίνευαν, άλλοι με κατηγορούσαν, γιατί έκανα πάντα αυτό που ήθελα. Παράδειγμα θα σου πω με την ομάδα. Μέσα σε μία βραδιά έκανα 22 μεταγραφές. Έδιωξα τους παλιούς και έκανα από την αρχή μια καινούργια, κρατώντας μόνο 2 άτομα από την παλιότερη σύστασή της. Έδωσα 322.000 μάρκα και πήρα όμως τους καλύτερους».
Καθώς περνάει η ώρα και η αναδρομή στο παρελθόν συνεχίζεται, ακούω το όνομα Μαιρούλα. Η γυναίκα του, Μαίρη, ήταν πάντα εκεί και τον «έσωσε» από πολύ άσχημες καταστάσεις σαν «από μηχανής Θεός». «Γνωριστήκαμε όταν εκείνη ήταν 16 χρονών. Ο πεθερός μου κι ο πατέρας μου, μού είπαν ότι αυτή θα πάρεις. Τους έλεγα ότι είναι μικρή… Οι μόνες λέξεις που ακούστηκαν ήταν ότι αυτή η γυναίκα θα σε βοηθήσει πολύ στη ζωή σου. Ήμουν πάντα πιστός και το έχω δώσει παράδειγμα σε πολλούς, αλλά πρωτίστως στα παιδιά μου, Κυριάκο και Χαράλαμπο. Η Ρούλα είναι μια πολύ ευγενική και καλή γυναίκα. Όμορφη επίσης. Δεν έχω να πω πολλά. Τη θαυμάζω. Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στη Γερμανία να με βρει το τρέξαμε όλο αυτό μαζί».
Η Ρούλα, ήταν πάντα εκεί γι’αυτόν και κυρίως στα δύσκολα, κυρίως στα πάθη. «Στο καζίνο έπαιζα μόνο μεγάλα ποσά και σε μία ώρα έχασα σχεδόν μισό εκατομμύριο μάρκα το 1978. Το βιβλιάριό μου το στείλανε τρύπιο στο σπίτι. Τότε η Ρούλα έγραψε ένα γράμμα, με τα λιγοστά γερμανικά που γνώριζε, ώστε να μου απαγορευτεί η είσοδος στο καζίνο! Κι έτσι έγινε». (γελάει)
Το πρώτο μαγαζί που άνοιξε λεγόταν «Εβελίνα» το 81’. Μετά από αυτό ήρθαν μαγαζιά στο κέντρο της Καρλσρούης, τα δικά του καζίνο, τα εστιατόρια και το διάσημο «Maxi Akropolis»… «Δεν ήταν ακριβώς καζίνο, γιατί τα φρουτάκια επιτρέποταν να μπαίνουν στα μαγαζιά, απλώς η Κυβέρνηση δεν μπορούσε να τα ελέγξει κι η κυβέρνηση έβαλε διπλή φορολογία. Όσον αφορά το «Maxi» πέρασε πολύς κόσμος από εκει και επειδή είχαμε λεφτά, δεν θυμάμαι κάποιος να μην έφυγε ευχαριστημένος από τα κεράσματα. Έτρωγαν και έπιναν δωρεάν»!
Πολλές υπήρξαν κι οι σπουδαίες προσωπικότητες που συνάντησε στο δρόμο του… «Ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Πολύ καλός και έχει δοξάσει την ορθοδοξία. Από πολιτικούς εκτίμησα πολύ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Γνωριστήκαμε, τον έζησα και τον επισκέφθηκα και στο Παρίσι. Το κουστούμι, εντελώς τυχαία, που φοράω σήμερα είναι από το μαγαζί που ψώνιζε κι ο ίδιος εκεί. Από το ποδόσφαιρο κι από τους παλαίμαχους ήμασταν κοντά με τον Ορφανίδη, τον Αποστολίδη, τον Κούδα, τον Χατζηπαναγή. Επίσης ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, πριν γίνει πολιτικός, είχε παίξει κι αυτός στην ομάδα μου, όταν ήταν μικρός κι είχαμε καλές σχέσεις».
Χρήματα… Έχασε πολλά, απέκτησε ακόμα περισσότερα. Δεν ξέρει όμως πόσα έδωσε! Ποια θα μπορούσε να είναι η σχέση του με αυτά; «Όπως τα έβγαζα, έτσι τα έδινα κιόλας παλιότερα. Βοήθησα πολλούς. Μετά από ένα σημείο, ένα ποσό πήγαινε στην τράπεζα στο όνομα της γυναίκας μου, δικής της απόφαση και πολύ σωστή, για να μην τα πειράξει κανείς. Δεν έχω λογαριάσει ποτέ ποιο είναι το ποσό το οποίο έδωσα σε φιλανθρωπίες».
«Αχαριστία έχω συναντήσει, ναι, αλλά τι είναι μία μπροστά στις πολλές ευχαριστίες;» Αυτή είναι η απάντησή του, όταν τον ρώτησα αν έχει κάποιο παράπονο στα τόσα χρόνια προσφοράς του.
«Σε μερικά πράγματα μετανιώνω. Ένα είναι που βοήθησα κάποιους που φέρθηκαν με αχαριστία, έλεγαν ότι με βοήθησε η τύχη, ότι έχω λεφτά, ότι το παίζω μεγάλος και τρανός. Σε κάτι ημερολόγια που είχε μπει φωτογραφία που ήμουν μαζί με τη γυναίκα μου και το είχε ζητήσει ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος, μιας και ήταν δική μου δωρέα, έλεγαν γιατί βάζεις τη φωτογραφία σου; Για να δειχτείς; Με αποκαλούσαν Μέγα Αλέξανδρο της Γερμανίας». Τονίζει…
Προς το τέλος, όταν τον ρωτάω πώς αισθάνεται για την Κατερίνη σήμερα, η απάντηση είναι σύντομη και απόλυτα ειλικρινής, συγκριτικά με όλες τις πόλεις στις οποίες έζησε στη Γερμανία κι όχι μόνο. «Σιγά, σιγά έμαθα να την αγαπώ την Κατερίνη. Μπορεί να γεννήθηκα στη Δράμα, αλλά πατρίδα μου νιώθω την Κατερίνη. Ό,τι κι αν κάνεις στη ζωή σου, η πατρίδα έχει την πρώτη θέση, με τη θρησκεία και την οικογένεια. Περνάω πολύ καλά και στη Στουτγκάρδη, αλλά εδώ νιώθω διαφορετικά».
Η αναδρομή στο παρελθόν μεγάλη κι αν είχαμε περισσότερο χρόνο, είμαι σίγουρη ότι δεν θα σταματούσαμε μόνο σε αυτά, θα βγάζαμε στο φως πολλές ακόμα ανεκδιήγητες ιστορίες. Φτάνοντας στο σήμερα και στην κατάσταση της πανδημίας, τον ρωτάω εάν παρακολουθεί όλα όσα γίνονται κι αν στη Γερμανία τα πράγματα είναι τόσο δύσκολα όσο εδώ… «Φυσικά και δεν μπορώ να τα φανταστώ. Εμβολιάστηκα παρόλα αυτά και προσέχω όσο μπορώ. Στη Γερμανία τα πράγματα δεν είναι έτσι και υπάρχουν άλλα μέτρα. Δεν είχαμε πρόβλημα. Εδώ είναι πολύ δύσκολα με τους περιορισμούς».
Θα άλλαζε κάτι στη μεγάλη του πορεία; «Πολλά πράγματα θα άλλαζα στην πορεία μου και το ένα είναι ότι δεν θα άκουγα πολύ τη γυναίκα μου! (γελάει) Δεν το λέω εις βάρος της, γιατί όπως είπαμε ήταν πάντα εκεί για εμένα και με γλύτωσε από κακοτοπιές και μεγάλους μπελάδες, αλλά κάποιες φορές που ήθελα να «ανοιχτώ» επιχειρηματικά, με σταμάτησε και σκεφτόταν την οικονομία, ενώ μπορούσα να κάνω μεγαλύτερα επιχειρηματικά ανοίγματα και ήθελαν πολλοί να συνεργαστούν μαζί μου εκείνη την εποχή».
Ανεκπλήρωτα όνειρα… Περηφάνια για προσφορά… «Το Ίδρυμα Αμανάτης Ταγκαλίδης είναι ένα ανεκπλήρωτο όνειρό μου. Δυστυχώς δεν προχώρησε μιας και ο δημοσιογράφος Γιάννης Δελόγλου, έφυγε από τη ζωή πριν μερικά χρόνια και οι ιδέες δεν υλοποιήθηκαν. Θα τον είχα διευθυντή στο ίδρυμα. Είχε γράψει και τη βιογραφία μου «Αυτός ο άλλος». Περηφάνια νιώθω για τα σχολεία, για τις εκκλησίες και για εθνικά θέματα στα οποία μέτρησε ο λόγος μου».
Οι ειδήσεις της Πιερίας με ένα κλικ.