Μενού Κλείσιμο

Συνέντευξη του Γιώργου Σταμκόπουλου: «Κάνω τέχνη γιατί δεν μπορώ αλλιώς»

 Ματιά στη ζωή ενός νέου ζωγράφου που άφησε πίσω του την Ελλάδα και την Κατερίνη

 

Εδώ και αρκετά χρόνια οι νέες γενιές των ελλήνων έχουν σταθερά μέσα στις επιλογές τους το εξωτερικό. Πολλοί είναι οι λόγοι που οδηγούν σε μια τέτοια απόφαση, η οποία είναι προσωπική για τον καθένα. Όπως προσωπική είναι και η σχέση του καθενός με την πατρίδα του και τον τόπο που επιλέγει για να ζει και να εργάζεται.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Γιώργου Σταμκόπουλου, ο οποίος έφυγε από την Κατερίνη μόλις ενηλικιώθηκε και λίγα χρόνια αργότερα εγκατέλειψε και την Αθήνα για να ακολουθήσει την κλίση του και να αναπτύξει το ζωγραφικό του ταλέντο. Κοντεύοντας τα δέκα χρόνια στο Βερολίνο, κι έχοντας αναπτύξει τη δικιά του τεχνοτροπία, τα δεδομένα που έχει μπροστά του και η αναγνώριση που απολαμβάνει δείχνουν να τον δικαιώνουν.

Ακούγοντας τον να μιλάει για τις αποφάσεις που ζύγισε και για τον τρόπο που κινείται έκτοτε, το δρομολόγιο Κατερίνη-Βερολίνο φαντάζει εύκολο. Ο Γιώργος ξέρει ότι η ζωγραφική τον ολοκληρώνει και δεν σκέφτεται τη ζωή του χωρίς αυτή, γι’ αυτό και είναι πάντοτε καθοριστικός παράγοντας στις αποφάσεις του. Είναι αυτό που τον βοηθά να ξεκαθαρίζει τους στόχους και τα βήματά του.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, με αφορμή τη συμμετοχή του στην έκθεση Monochromes που φιλοξενεί η γκαλερί Mario Iannelli, στη Ρώμη (29/11/2019 – 28/2/2020), πέρα από τα πολλά ενδιαφέροντα για τη ζωή στο Βερολίνο, τη θέση που έχει η Ελλάδα στην τέχνη του και τις συγκρίσεις που αναπόφευκτα προκύπτουν, ο Γιώργος Σταμκόπουλος μάς ανοίγει την πόρτα στη ζωή ενός νέου καλλιτέχνη, τις αγωνίες του και τη θέση του απέναντι στις ατομικές και κοινωνικές προκλήσεις του παρόντος.

-Ποια είναι τα βήματα που σε έφεραν στο Βερολίνο;

Όταν αποφάσισα να σπουδάσω είχα περάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών και στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Επέλεξα της Αθήνας, πολύ καλύτερη σχολή, πιο στιβαρή. Όσο ήμουν στη σχολή είχα κάνει αίτηση να πάω Εράσμους, με πρώτη επιλογή το Βερολίνο, με δέχτηκαν και βρέθηκα για πρώτη φορά εδώ. Απλά δεν έκλεισα επιστροφή!

Ήταν για ένα εξάμηνο, ζήτησα παράταση άλλους 6 μήνες. Το 2ο χρόνο, ο καθηγητής που είχα με δέχτηκε σαν guest φοιτητή και μετά πήρα υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάσση για άλλο ένα χρόνο. Και μετά πορεύτηκα, μέχρι το σήμερα.

-Οι κινήσεις σου δείχνουν ότι το Βερολίνο ήταν στόχος από την αρχή;

Ναι. Είχα δηλώσει 2 σχολές εδώ και μια στο Ρόττερνταμ. Το αστείο είναι ότι τότε για να γίνω δεκτός έπρεπε να βρεθεί ένας γερμανός φοιτητής να θέλει να έρθει στη σχολή μου στην Αθήνα, να κάνουμε ανταλλαγή. Είχαμε ένα κοινό γνωστό και καταλήξαμε να γίνουμε και φίλοι με την κοπέλα που έκανε το αντίστροφο δρομολόγιο με μένα. Έχει γυρίσει πλέον στο Βερολίνο.

-Αν θέλουμε να δούμε τα καλλιτεχνικά σου βήματα, η δημιουργική διαδικασία για σένα έχει επηρεαστεί κι από τα χρόνια σου στην Αθήνα;

Από την Αθήνα έφυγα ως φοιτητής. Ουσιαστικά, η ταυτότητά μου ως εικαστικός διαμορφώθηκε στο Βερολίνο. Από ότι έβλεπα στις γκαλερί, τις συζητήσεις με τους συμφοιτητές μου. Η σχολή της Αθήνας είναι πολύ ακαδημαϊκή, μέχρι και το 3ο έτος κάναμε σχέδιο, γυμνό μοντέλο. Εδώ υπάρχει κι ένα ιδιαίτερο περιβάλλον. Στην τάξη μας υπήρχαν και φοιτητές με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Γερμανία, οι οποίοι είχαν πολύ διαφορετική πρόσβαση στην τέχνη από έναν δυτικογερμανό.

-Οπότε και η έμπνευση σου και τα ερεθίσματα διαμορφώθηκαν στο Βερολίνο;

Το Βερολίνο είναι ένας τόπος. Αν δεις τα έργα μου έχουν μεγάλη σχέση με την ελληνική νησιωτική επικράτεια, όπως θα την έβλεπες όταν πετάς από πάνω, σαν γεωγραφικά σχήματα. Είναι κάτι που δεν γίνεται ως αυτοσκοπός, δεν ξεκινώ με χαρτογραφική διάθεση. Πιστεύω είναι υποσυνείδητο, βγαίνουν οι επαφές και τα ερεθίσματά σου.

-Ποια είναι η διαδικασία μέσα από την οποία παίρνει μορφή ένα έργο σου;

Προσεγγίζω την ζωγραφική πάρα πολύ γλυπτικά. Η πρώτη επαφή με το τελάρο γίνεται με ένα υλικό που χρησιμοποιούν οι γλύπτες για να δημιουργήσουν καλούπια. Το ρευστοποιώ και αρχίζω να ζωγραφίζω. Το αφήνω να στεγνώσει και μετά επεμβαίνω στο τελάρο με λάδι. Όταν στεγνώσει επεμβαίνω ξανά με το γλυπτικό υλικό και μετά πάλι με λάδι.

Αυτή η διαδικασία γίνεται όσο υπάρχει ελεύθερος μουσαμάς, ζωγραφική επιφάνεια. Όταν δεν έχει μείνει χώρος να καταγραφεί κάτι, ξύνω μια γωνία και αφαιρώ εντελώς όλη την ζωγραφική την οποία έχω κάνει. Αυτό που παρουσιάζω στον θεατή είναι απομεινάρια, fragments. Κι αυτό που αφαιρώ από το τελάρο τα τελευταία χρόνια το κρατάω, τόσο για αρχειακό υλικό αλλά και με σκοπό να δουλευτούν περαιτέρω κάποια στιγμή αργότερα. Είναι κάτι που για μένα έχει μια πολύ συγκεκριμένη εννοιολογική βαρύτητα και δεν παύει να είναι μέρος του έργου μου.

-Θα μπορούσες να περιγράψεις εκλαϊκευμένα το έργο σου;

Πάρα πολύ δύσκολα. Να το περιγράψω εννοιολογικά, πρακτικά, θεωρητικά; δεν είμαι θεωρητικός, είμαι ζωγράφος και μ’ ενδιαφέρει το πρακτικό κομμάτι, η δημιουργία. Είναι αφηρημένη ζωγραφική. Έχω επιστρέψει στο να δουλεύω με λάδι, μετά από χρόνια που χρησιμοποιούσα ακρυλικά. Αξιοποιώ κάποιες ιδιαιτερότητες του λαδιού και χρησιμοποιώ κάποια υλικά όπως λαδοπαστέλ, ξηρό παστέλ, ενίοτε αερογράφους και όλα αυτά μαζί βοηθούν στο να διαμορφώσω την εικαστική μου γλώσσα.

Πέρα από τη χαρά της δημιουργίας, της έκφρασης της έμπνευσης σου, ποια άλλα συναισθήματα και σκέψεις μπαίνουν σε αυτή την απαιτητική διαδικασία;

Όταν δημιουργώ λειτουργούν ταυτόχρονα το υποσυνείδητο και ο συναισθηματισμός. Το πρώτο έχει να κάνει με τον φορμαλισμό του έργου, κι ο συναισθηματισμός μπορεί να αποτυπωθεί με συνειδητές χρωματικές επιλογές. Το χρώμα αντικατοπτρίζει καμιά φορά τον εσωτερικό σου κόσμο.

-Η υποσυνείδητη βάση που έχουν οι δημιουργίες σου σημαίνει κάτι πιο σταθερό; δεν αποτυπώνονται στο έργο σου συναισθηματικές μεταπτώσεις;

Σίγουρα, από ένα σημείο και μετά αποστασιοποιείσαι. Θέλει κάποιες φορές να έρχεσαι στο ατελιέ και να έχεις μια διαύγεια. Κάτι που σημαίνει ότι αφήνεις τα προσωπικά σου προβλήματα έξω από την πόρτα. Αν και τις πιο πολλές φορές είναι μαζί σου, είναι μέρος των έργων σου.

Είχα κάνει μια έκθεση στο Μόναχο, τον Γενάρη του 2019, όπου τα έργα ήταν όλα σε πράσινο, γαλάζιο και τυρκουάζ. Μπαίνει ένας επισκέπτης, που αποδείχθηκε ότι ήταν συλλέκτης, και σχολιάζει ότι είναι σαν να αντικρύζει το Αιγαίο. Και ήταν ακριβώς έτσι γιατί όταν δούλευα αυτά τα έργα είχα μόλις γυρίσει από τις διακοπές μου στη Φολέγανδρο.

Τα χρώματα, η γεωγραφία, η μορφολογία ήταν τόσο έντονα ακόμα και αποτυπώθηκαν πάνω στο λάδι. Δεν ήταν αυτοσκοπός, απλά ήταν τόσο κοντά μου που δεν μπορούσα να το αποχωριστώ ακόμα. Δεν έγινε συνειδητά, δεν θα θυσίαζα την ταυτότητα μου για να “πουλήσω” Αιγαίο. Είμαι ρομαντικός ως προς αυτό που κάνω.

-Βλέπεις το κοινό των έργων σου να μετακινείται προς τη συναισθηματική κατάσταση που έχεις εκφράσει στα έργα σου;

Αυτό είναι κάτι υποκειμενικό. Εγώ μπορεί να βλέπω ότι έχω αποτυπώσει κάποια μορφή, κάποιο συναίσθημα, ή να είναι χρωματικά πεδία και να υπάρχει  η ζωγραφική ενέργεια, η ζωγραφική χειρονομία, να έχει να κάνει με την έννοια του χρόνου και πως αυτή αποτυπώνεται. Τα έργα μου είναι ανοιχτά ερμηνευτικά και αυτό το θεωρώ σημαντικό πλεονέκτημά τους. Μετά σε κάποια έργα σημαντικός παράγοντας είναι και το μέγεθος τους. Όταν αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες διαστάσεις, δημιουργεί άλλη σχέση με τον θεατή.

-Πέρα από τον καμβά, έχεις δουλέψει και σε άλλες επιφάνειες;

Το 2010 είχα κάνει μια πολύ μεγάλη τοιχογραφία στην Kunsthalle στην Αθήνα, σε επιμέλεια της Μαρίνας Φωκίδη. Ήταν η πρώτη φορά που έκανα τοιχογραφία mural. Η δουλεία μου τότε ήταν διαφορετική, δούλευα πολύ με το χρωματικό πεδίο, αποκλειστικά και μόνο αερογράφο.

Το 2017 στη Ρώμη έχω κάνει μια έκθεση όπου ουσιαστικά ζωγράφισα όλη τη γκαλερί. Ήταν δηλαδή ο θεατής που αποφάσιζε την σύνθεση του έργου, επιλέγοντας τι θα συμπεριλάβει στο οπτικό του πεδίο. Λέγαμε σε όλους τους επισκέπτες της έκθεσης να βγάλουν τα τηλέφωνα τους και να φωτογραφίσουν, καδράροντας έτσι ένα διαφορετικό έργο ο καθένας. Κάτι που είχε πάρα πολύ ωραίο αποτέλεσμα.

Εγώ δημιούργησα το περιβάλλον, έναν κόσμο, κι έπειτα ο καθένας μπορούσε να καδράρει το έργο που θα συνδιαλαγεί μαζί του.

-Δηλαδή ο καθένας έπαιρνε μαζί του ένα προσωπικό κομμάτι της έκθεσης;

Ίσχυει. Ήταν ουσιαστικά το βλέμμα του θεατή στο έργο μου. Όταν έχεις ένα πίνακα το μάτι σου αφοσοιώνεται μόνο εκεί. Αν όμως το έργο δεν έχει όριο, το μάτι φεύγει παντού και ως καλλιτέχνης δίνεις το ελεύθερο να επιλέξει ο καθένας το κάδρο του, τότε έχεις μια διαδραστική έκθεση.

-Όντας χρόνια κάτοικος Βερολίνου, θα θεωρούσες ότι εντάσσεσαι σε κάποιο ρεύμα, σχολή, κίνημα καλλιτεχνικό;

Όχι. Πιστεύω ότι αυτά δεν υπάρχουν πλέον. Η ζωγραφική που κάνω εγώ θα μπορούσε πολύ πιο εύκολα να ενταχθεί στη Νέα Υόρκη. Υπήρχε ας πούμε η Σχολή της Λειψίας που δούλευε περισσότερο παραστατικά λόγω των καθηγητών τους, αλλά πλέον το φάσμα έχει ανοίξει. Υπάρχουν πολλές ταυτότητες, χωρίς να μπαίνουν σε καλούπια.

-Θεωρείς ότι αυτό βοηθάει;

Θα έλεγα πως ναι. Προσωπικά δεν θα ήθελα να με ταυτίζουν με κάποιο εικαστικό ρεύμα. Δεν το θεωρώ υπέρ ενός νέου καλλιτέχνη, θα πρέπει να ξεχωρίζει με τη δικιά του, προσωπική ταυτότητα.

-Αυτό όμως δεν σε δυσκολεύει να προσεγγίσεις ένα ευρύτερο κοινό, που δεν έχει εξερευνητική διάθεση, αλλά επιλέγει να έρθει σε επαφή με τέχνη ενός ρεύματος που ήδη γνωρίζει και θεωρεί συμβατό με την αισθητική του;

Έτσι είναι. Σε κάθετι έχεις τα υπέρ και τα κατά. Υπάρχει κόσμος που δεν ενδιαφέρεται για την αφηρημένη ζωγραφική, όπως μπορεί να μην τον ενδιαφέρει η παραστατική ζωγραφική ή όποιο άλλο είδος. Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει να προσελκύσω τους πάντες. Ξεκινώ να το κάνω αποκλειστικά για μένα κι αν βρίσκει απήχηση και στον έξω κόσμο, είναι κάτι πάρα πολύ καλό.

Κάνω τέχνη γιατί δεν μπορώ αλλιώς. Αν δεν έρθω στο ατελιέ, έχω φαγούρα στα χέρια. Εφόσον αυτό έχει εμπορικό αντίκτυπο, καλώς. Και να μην τον είχε, πάλι έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω.

-Η απήχηση όμως υπάρχει;

Δεν έχω λόγο να παραπονιέμαι. Τα τελευταία χρόνια οι εκθέσεις που έχω κάνει πήγαν πολύ καλά σε επισκεψιμότητα, εμπορικότητα, αλλά και από κάθε άποψη.

-Έχεις σκεφτεί τον εαυτό σου στη θέση του καλλιτέχνη που δεν απολαμβάνει απήχησης και εμπορικότητας;

Η άμεση απήχηση δεν υπήρχε για πολλά χρόνια. Δεν καταφέρνεις με το που τελειώνεις τη σχολή να έχεις τη στήριξη συλλεκτών και τα έργα σου να έχουν εμπορική απήχηση. Αυτό παίρνει χρόνο κι επίσης μπορεί να κρατήσει π.χ. 5 χρόνια και μετά να τελειώσει μια και καλή.

Για να φτάσω στο σημείο που είμαι υπήρχαν περίοδοι που έκανα 2 ή 3 δουλειές. Και τότε όμως θα έβρισκα το χρόνο για να ήμουν στο ατελιέ μου 2 και 3 ώρες, αντί να διασκεδάζω ας πούμε, στον ελεύθερο χρόνο μου. Γιατί αυτό με ευχαριστούσε, με τραβούσε.

-Θεωρείς ότι η εμπορικότητα κάποιων έργων μπορεί να ορίσει την κατεύθυνση του καλλιτέχνη;

Δεν πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες έχουν δεσμεύσεις. Μπορείς να πουλήσεις ή όχι ένα έργο σου, για λόγους πολιτικούς ή άλλους, αν πιστεύεις στον καλλιτεχνικό ακτιβισμό για παράδειγμα.

-Στο παρόν, είσαι ικανοποιημένος από αυτό που κάνεις;

Είμαι ευχαριστημένος. Νομίζω ότι είναι στη φύση του ανθρώπου να μην είναι απόλυτα ικανοποιημένος. Με το που φτάνεις σε ένα σημείο λες “γιατί μόνο μέχρι εδώ, θέλω πιο πάνω”. Ευχαριστιέμαι με αυτό που έχω, ζω τη στιγμή, σκύβω το κεφάλι και δουλεύω ακόμα πιο σκληρά. Αν μιλάμε συγκεκριμένα για αυτή την περίοδο είμαι πολύ ικανοποιημένος που μπορώ και κάνω αυτό που θέλω, ως αποκλειστική απασχόληση.

-Σε αυτό παίζει ρόλο κι ο τόπος που βρίσκεσαι ή θα μπορούσες να το κάνεις πλέον και σε άλλη πόλη;

Υπό προϋποθέσεις όλα γίνονται. Αλλά εδώ πλέον είναι το σπίτι μου, μια πόλη στην οποία μπορώ να έχω άμεση πρόσβαση στο ατελιέ μου από το σπίτι μου. Είναι μια πόλη που εξακολουθεί να ευνοεί την καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι μητρόπολη σε αυτό το κομμάτι, έχει πάρα πολλές γκαλερί. Δεν χρειάζεται να ταξιδεύω τόσο πολύ για να γνωρίσω επιμελητές, έρχονται αυτοί στο Βερολίνο. Αν ζεις π.χ. Στην Μπρατισλάβα, είναι δύσκολο να έρθει ένας επιμελητής να δει το έργο σου, δεν έχει κάτι άλλο να κάνει εκεί.

-Αυτό που λεγόταν πριν κάποια χρόνια ότι η Αθήνα θα γίνει το “νέο Βερολίνο” πιστεύεις ότι μπορεί να έχει βάση;

Δεν είναι στον χαρακτήρα του έλληνα να γίνει κάτι τέτοιο. Η Αθήνα δεν έχει την ανεκτικότητα, σαν λαός είμαστε πολύ συντηρητικός. Ειπώθηκε αυτό για το “νέο Βερολίνο” γιατί έπεσαν οι τιμές των ενοικίων και υπήρχε πρόσβαση, κάτι που υπήρχε για δεκαετίες κι εδώ. Εκτός από αυτό όμως, στο Βερολίνο υπάρχει πολύς μη γηγενής πληθυσμός, είναι ο πύργος της Βαβέλ. Από τα 20 project spaces τα 15 τα “τρέχουν” καλλιτέχνες από Γαλλία, Ολλανδία, Αμερική, Ελλάδα.

Στην Αθήνα τα 19,5 από τα 20 τα “τρέχουν” έλληνες. Θέλει ακόμα πάρα πολύ δουλειά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμα ότι εδώ υπάρχει πολύ μεγάλη αγορά τέχνης. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οι συλλέκτες που θα στηρίξουν τους ντόπιους καλλιτέχνες.

Αυτό που υπήρχε στην Αθήνα ήταν η αύρα. Ξαφνικά άνοιξαν πολλά project spaces που δεν υπήρχαν προ κρίσης. Ο έλληνας αντιλήφθηκε ότι, αφού δεν υπάρχουν γκαλερί για να δείξει τη δουλειά του θα πρέπει να ανοίξει ένα project space. Κάτι που είναι πάρα πολύ θετικό κι αργήσαμε κιόλας να το κάνουμε.

Σε αυτό βάζω και τον εαυτό μου μέσα, γιατί ακόμα κι από εδώ δραστηριοποιούμουν στην Αθήνα, ως μέλος μιας ομάδας. Ανοίξαμε ένα χώρο το 2016, τρεις που ζούμε στο Βερολίνο και μια στη Νέα Υόρκη. Υπήρχε λόγος που έγινε όλο αυτό, μας ενδιέφερε να κάνουμε την Αθήνα πιο εξωστρεφή. Σε κάθε έκθεση που κάνουμε οι μισοί καλλιτέχνες είναι έλληνες και οι μισοί από το εξωτερικό. Μας ενδιαφέρει ο διάλογος.

-Στο Βερολίνο εξακολουθεί να είναι ζωντανή η ελληνική κοινότητα;

Σίγουρα είμαστε αρκετοί, τα τελευταία χρόνια ακόμα περισσότεροι. Αντίστροφα είναι κι αυτοί που μετά από πολλά χρόνια έφυγαν. Μετά από 15-20 χρόνια τους κούρασε αυτό το γκρι.

-Εσύ δεν το νοιώθεις αυτό;

Προς στιγμήν όχι, έχω συνηθίσει. Δεν μπορώ να παραπονεθώ, φέτος ήμουν 7 εβδομάδες στην Ελλάδα. Χόρτασα ήλιο, χόρτασα μπλε. Αν καθόμουν το διπλάσιο χρόνο, μπορεί να μην ήμουν το ίδιο αποδοτικός σε αυτό που κάνω. Μου κάνει καλό που είμαι εδώ. Συγκεντρώνομαι σε αυτό που κάνω. Κι όταν ο καιρός είναι χάλια κι όλα γκρι δεν σκέφτεσαι τις βόλτες, πηγαίνεις στο ατελιέ σου.

-Υπάρχει χρώμα ωστόσο στο Βερολίνο;

Μπορεί να μην έχει χρώμα όπως έχουμε συνηθίσει να το λέμε, αλλά έχει. Υπάρχει πολυπολιτισμικότητα. Αυτό είναι το χρώμα του Βερολίνου, οι άνθρωποί του. Και αυτό δεν πρόκειται να χαθεί, δεν είναι συντηρητική πόλη. Αυτή είναι η ταυτότητά του, δεν θα τη βρεις αλλού στη Γερμανία.

Κοιτώντας πίσω στη μέχρι τώρα διαδρομή σου, θα συμβούλευες ένα νέο καλλιτέχνη να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο;

Αυτό δεν μπορώ να το πω σε κανέναν, να ακολουθήσει το δρόμο κάποιου άλλου. Αυτό που θα έλεγα σε ένα νέο καλλιτέχνη είναι να συγκεντρωθεί πάρα πολύ στη δουλειά του και να κάνει μια πάρα πολύ καλή έρευνα. Αν πει ότι θέλει να σπουδάσει καλές τέχνες να ξέρει ποια σχολή θα επιλέξει και για ποιο λόγο.

-Ποια είναι τα επόμενα βήματα σου;

Έχω εκθέσεις για τις οποίες πρέπει να δουλέψω. Τώρα (Νοέμβριος 2019) ξαναμπαίνω στο ατελιέ μου μετά από ένα μεγάλο διάστημα και πρέπει να δουλέψω συγκεντρωμένα και συγκροτημένα για ένα εξάμηνο. Συμμετέχω στην έκθεση Homemade Exotica στο Βερολίνο, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας, του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και του Ιδρύματος Πολιτισμού της Ελληνικής Πρεσβείας, σε επιμέλεια του Σωτήρη Μπαχτσετζή και μια βδομάδα αργότερα έχω μια έκθεση στην Ρώμη, στη γκαλερί Mario Iannelli. Συζητήσεις υπάρχουν και για άλλες εκθέσεις.

Ο Γιώργος Σταμκόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Κατερίνη. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Είναι απόφοιτος των Σχολών Καλών Τεχνών Αθηνών και Βερολίνου, έχοντας λάβει υποτροφίες από το πρόγραμμα Erasmus και το Ίδρυμα Ωνάση. Έχει πραγματοποιήσει 11 ατομικές εκθέσεις σε Αθήνα, Μπολόνια, Ρώμη, Βερολίνο, Μόναχο, Ντίσελντορφ, Λεμεσσό και Βιέννη και έχει συμμετάσχει σε δεκάδες ομαδικές εκθέσεις από το 2006 μέχρι σήμερα. Έχει τιμηθεί το 2008 με το βραβείο “Freedom” XXIX Certamen de Minicuadros, του Museo de Calzado.

*Την συνέντευξη την πήρε ο Αλέξανδρος Σωματαρίδης

** Μερικά από τα έργα του καλλιτέχνη:

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ