Μενού Κλείσιμο

Συνέντευξη | Ρώνια Τοπαλίδου – Η καλλιτέχνιδα που προωθεί τη μουσική κουλτούρα της χώρας μας στο εξωτερικό

Η Ρώνια Τοπαλίδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1989 και μεγάλωσε στην Κατερίνη, όπου έζησε μέχρι τα 18 της χρόνια. Έχει φοιτήσει στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στο Τμήμα Κλασικού Τραγουδιού του Πανεπιστημίου Μουσικής Επιστήμης και Παραστατικών Τεχνών στην Βιέννη (τάξη Gabriele Lechner). Επίσης σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στην Κολωνία. Η αγάπη της για τη μουσική και το ταλέντο της στο τραγούδι διαφάνηκαν από πολύ νωρίς, έτσι στην ηλικία των 11 ξεκίνησε να παίρνει μαθήματα κλασικής κιθάρας και ένα χρόνο αργότερα άρχισε τα μαθήματα στο κλασικό τραγούδι. Κατέχει δίπλωμα ανώτερων θεωρητικών, αρμονίας και αντίστιξης. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της ερμήνευσε έργα των Mozart, Haydn, Schumann, Schubert, Verdi, Puccini, Delibes, Händel, Bizet, Bellini, Bach κ.ά. Στην αρχή της σολιστικής της καριέρας ερμήνευσε το ρόλο της Filia από το Ορατόριο «Historia d’ Jephte» του Carissimi υπό την διεύθυνση και διδασκαλία του μαέστρου Ευθύμιου Μαυρίδη. Έχει λάβει μέρος ως σολίστ σε συναυλίες που παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ Ολύμπου, ερμηνεύοντας μεγάλα έργα Ελλήνων συνθετών: των Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, Χατζηνάσιου, Ξαρχάκου, Λεοντή, Μαρκόπουλου, Πλέσσα κ.ά. Ωστόσο, οι μουσικές της ανησυχίες την οδήγησαν στην ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης και μέσω άλλων ειδών μουσικής, όπως η τζαζ, η μουσική των Ρομά, η λάτιν κ.ά. Τα τελευταία χρόνια διαμένει στην Κολωνία. Ζώντας μακριά από την πατρίδα της, ανακάλυψε την αγάπη και το ενδιαφέρον της για το ρεμπέτικο τραγούδι και την ελληνική μουσική παράδοση. Έκτοτε, συμμετέχει ως βασική τραγουδίστρια στην μουσική ομάδα Ρεμπέτικον. Συγχρόνως, παίρνει μέρος σε συναυλίες σε διάφορα Φεστιβάλ ως σολίστ, ερμηνεύοντας ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο (φάντο, γαλλικά σανσόνς, ιταλικές καντσονέτες, τάνγκο κτλ). Τον χειμώνα του 2020 πήρε μαθήματα παραδοσιακού τραγουδιού από την Ειρήνη Τορνεσάκη. Τον Αύγουστο του 2021 ξεκινά και πάλι ενεργά την ενασχόλησή της με το κλασικό τραγούδι υπό την διδασκαλία της σοπράνο Αφροδίτης Πατουλίδου.  Τον Ιούνιο του 2022, απέκτησε το πτυχίο της Landesmusikademie NRW, όπου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Μουσικής και Χορού της Κολωνίας,  απονεμήθηκαν τίτλοι σπουδών σε μουσικούς από διαφορετικές κουλτούρες. Το πτυχίο της δίνει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να διδάξει και να προωθήσει τη μουσική κουλτούρα της χώρας μας σε παιδιά και ενηλίκους στον τόπο όπου ζει και δραστηριοποιείται. Τοn Ιούλιο του 2022 κυκλοφόρησε το μουσικό έργο  του συνθέτη, Χρήστου Κουτσίδη, “Ιφιγένεια”, το οποίο είχε την τιμή και χαρά να ερμηνεύσει. Η πρεμιέρα της εξαιρετικής και πρωτότυπης αυτής μουσικής σύνθεσης πραγματοποιήθηκε στο αρχαίο θέατρο της Μίεζας στη Βέροια, με τη συνοδεία βιολιού και πιάνου.

Συνέντευξη: Ηρώ Τζημίκα

Γεια σου Ρώνια! Για αρχή θα ήθελα να μάθουμε περισσότερα πράγματα για εσένα. Η καταγωγή σου είναι από την Κατερίνη, αλλά ζεις χρόνια στη Γερμανία, συγκεκριμένα στην Κολωνία… Ποια ήταν η προτροπή του να πας και να ζήσεις εκεί μόνιμα; Έφυγες μετά τις σπουδές σου στη Θεσσαλονίκη;

Γεια σου Ηρώ! Ακριβώς έτσι. Κατάγομαι από την Κατερίνη αλλά παραπάνω από το 1/3 της ζωής μου διαμένω εκτός Ελλάδος. Μετά το λύκειο ξεκίνησα να σπουδάζω στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αλλά αποφάσισα εν μέσω των σπουδών μου να αποκτήσω την εμπειρία των εισαγωγικών εξετάσεων στο κλασικό τραγούδι στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιέννης, που ανήκε και ανήκει στα πιο δημοφιλή πανεπιστήμια του είδους. Δεν είχα γνώσεις της γερμανικής γλώσσας τότε, πράγμα που ήταν προϋπόθεση για την εισαγωγή, αλλά ήθελα να ξέρω ποιά είναι η διαδικασία, για να ξαναπροσπαθήσω μετά το τέλος των σπουδών μου. Παρόλα αυτά η μηδενική γνώση της γλώσσας δεν στάθηκε εμπόδιο να με δεχτούν στο τμήμα κλασικού τραγουδιού, στην τάξη της Gabriele Lechner. Κάπως έτσι άρχισε η διαμονή μου στο εξωτερικό. Διάφορες συγκυρίες, μεταξύ των οποίων ήταν και μια μικρή επέμβαση που χρειάστηκε να κάνω στις χορδές μου, με ανάγκασαν να εγκαταλείψω τη Βιέννη και να μεταβώ στο Αννόβερο, όπου παρέμεινα για έναν χρόνο παίρνοντας μαθήματα σύγχρονου τραγουδιού. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκα στην Κολωνία, την οποία θεωρώ σπίτι μου, μαζί με την Κατερίνη φυσικά. Ξέρεις, θεωρώ, πως η προσωπικότητα του ανθρώπου ολοκληρώνεται όταν κανείς μόνος πλέον αντιμετωπίζει την ενήλικη ζωή του. Εγώ έψαχνα εμένα. Κι εκεί γνώρισα κομμάτια μου, χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία δεν θα μου αποκαλύπτονταν στον τόπο που μεγάλωσα.

Συναυλία του Rebet!kon 18.8.22 στο Urania Theater – Κολωνία credits: Νίκος Χουδετσανάκης

Πώς είναι η ζωή εκεί συγκριτικά με την Ελλάδα; Ποιο θα έλεγες ότι είναι αυτό που σου αρέσει και ποιο αυτό που δεν σου αρέσει;

Αυτό που με γοητεύει και με ηρεμεί στην Κολωνία σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Γερμανίας, είναι ο αέρας Θεσσαλονίκης που νιώθω ότι αποπνέει. Έχει όλα τα πλεονεκτήματα, που έχει η ζωή στο κέντρο της Ευρώπης (άμεση και εύκολη μετακίνηση εντός και εκτός χώρας, άμεση επικοινωνία και συναναστροφή με ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων), όλα τα πλεονεκτήματα της ζωής μιας μεγαλούπολης στη Γερμανία (τάξη, ασφάλεια – πράγματα που είναι πολύ κοντά στη δική μου ψυχοσύνθεση) και πολύ συμπαθείς και ευγενικούς ανθρώπους. Μου αρέσουν όλα εδώ. Δεν μου αρέσει, το ότι μου λείπει η οικογένειά μου, οι φίλοι μου και ο ελληνικός ήλιος.

Ποια είναι η σχέση σου με την Κατερίνη; Έχεις οικογένεια και φίλους εδώ; Σου αρέσει; κρατάς επαφές;

Είμαι πολύ δεμένη με τον τόπο μου. Εκεί μεγάλωσα, προπονήθηκα σκληρά, καθώς υπήρξα μέχρι την ενηλικίωση μου πρωταθλήτρια στο καράτε, ονειρεύτηκα και έβαλα τις βάσεις μου. Παλιότερα, ερχόμουν μόνο μία με δύο φορές το χρόνο, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα ευτυχώς, καθώς άρχισα να κινούμαι περισσότερο στην Ελλάδα καλλιτεχνικά και μου δίνεται η δυνατότητα να έρχομαι πιο συχνά. Έχω την οικογένειά μου στην Κατερίνη, ναι. Όλη, εκτός από τον αδελφό μου, που βρίσκεται στην Αμερική για τις σπουδές του αυτήν την περίοδο και μου λείπει πολύ, αλλά επικοινωνούμε καθημερινά, οπότε η απόσταση μικραίνει. Επαφές κρατάω, βεβαίως. Με φίλους από το σχολείο και από την μουσική κοινότητα της Κατερίνης. Ανήκω στους ανθρώπους που εκτιμούν βαθιά τα δώρα του παρελθόντος.

Η μουσική μπήκε στη ζωή σου από τότε που ήσουν μικρή… Μίλησέ μου για το ξεκίνημα σου και πώς έφτασες στο σήμερα; Θα ήθελα να μάθω και κάποιες ωραίες στιγμές σου ανά τα χρόνια, αυτές που εσύ θα χαρακτήριζες “milestones”!

Πράγματι. Ξεκίνησα να τραγουδάω από μικρό παιδί. Θα σου πω τρεις σύντομες και αστείες ιστορίες: Ήμουν το πολύ 5 (θυμάται η γιαγιά μου), έμενα πολύ συχνά στο χωριό τα Σαββατακύριακα. Μου άρεσε γενικά να δίνω <<συναυλίες>> και να τραγουδώ μπροστά σε κόσμο. Μια φορά, λοιπόν, ανέβηκα στην καρότσα του αγροτικού του παππού μου και έδωσα παράσταση, τραγουδώντας χιτ της εποχής. Επίσης σταματούσα τη μητέρα μου από τις δουλειές της, έβαζα ένα cd από live ηχογραφήσεις αγαπημένων μου καλλιτεχνών, της ζητούσα να καθίσει στον καναπέ και της τραγουδούσα όλο το άλμπουμ. Και τέλος, το πρώτο μου μικρόφωνο ήταν το αποσμητικό Rexona stick, το οποίο είχα βάψει ασημί. Ο θείος μου, έπαιζε ηλεκτρικό μπάσο, ήταν αυτοδίδακτος. Όσες φορές τον άκουσα θαύμασα την ευαισθησία του ήχου που έβγαζε και τον μινιμαλιστικό τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε το είδος το οποίο υπηρετούσε, το ελληνικό ροκ. Είχε μια κιθάρα και μου την χάρισε, γιατί είχε καταλάβει πως έχω μουσικές ανησυχίες. Έτσι στα 11 ξεκίνησα με την κλασική κιθάρα. Ήμουν μικρή ηλικιακά για τα μαθήματα τραγουδιού. Βέβαια, ένα χρόνο μετά, καθώς ήμουν σωματικά πολύ αναπτυγμένη για την ηλικία μου, ξεκίνησα μαθήματα κλασικού τραγουδιού στο Δημοτικό Ωδείο Κατερίνης. Στα 13 και επί ένα χρόνο πηγαινοερχόμουν στην Αθήνα για τον ίδιο λόγο. Έπαιρνα την κλινάμαξα τότε, κάποια βράδια Παρασκευής, έφτανα στην Αθήνα νωρίς το πρωί, περίμενα στον ΟΣΕ για λίγο και μετά έπαιρνα τη γραμμή για Κηφισιά, όπου ζούσε η τότε δασκάλα μου. Και με τον ίδιο τρόπο γύριζα, ή έμενα για προπόνηση με την εθνική ομάδα του καράτε, μιας και συχνά κατεβαίναμε στην Αθήνα με τον πατέρα μου για τέτοιες υποχρεώσεις.

Εδώ νιώθω την ανάγκη να σου πω, ότι νιώθω ευγνωμοσύνη για την απόλυτη στήριξη και εμπιστοσύνη που μου έδειχναν οι γονείς μου σε αυτήν μου την επιλογή και η οποία συνεχίζεται αμείωτη ακόμη και σήμερα σε ό,τι κι αν κάνω.

Milestones ήταν για εμένα, η πρώτη μου μεγάλη συναυλία στα 16 με τίτλο <<Τραγουδάμε την ποίηση>> υπό την διεύθυνση του Ευθύμη Μαυρίδη, που ήταν δάσκαλός μου και με την βοήθεια και την καθοδήγηση του οποίου, πήρα μέρος σε πολλές συναυλίες ως σολίστ εντός και εκτός Ελλάδας και στον οποίο χρωστάω πολλά και πάντα εκτιμώ. Το ότι πέρασα χωρίς να ξέρω γερμανικά στην Βιέννη και μάλιστα το ότι με επέλεξε για την τάξη της η δασκάλα μου η Gabriele Lechner, που υπήρξε καλλιτεχνική παρτενέρ του Luciano Pavarotti. Η αρχή της σχέσης μου με τα ρεμπέτικα, η εκπροσώπηση της Ελλάδας σε ένα μεγάλο event στην Lanxess Arena στην Κολωνία, όπου τραγούδησα για 16.000 θεατές το <<Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά>>, η γνωριμία μου με την δασκάλα μου Αφροδίτη Πατουλίδου, η οποία με μεγάλη προσοχή και φροντίδα με καθοδηγεί στον κόσμο της όπερας και όχι μόνο και τελευταία, η τύχη μου να ερμηνεύσω την Ιφιγένεια του Χρήστου Κουτσίδη.

Συναυλία του Rebet!kon 18.8.22 στο Urania Theater – Κολωνία credits: Νίκος Χουδετσανάκης

Στη Γερμανία συνεχίζεις κανονικά το τραγούδι και κάνεις και πολλά project… Πώς έφτασες από την όπερα στο ρεμπέτικο και γιατί το επέλεξες αυτό;

Ναι, συνεχίζω κανονικά, δε θα μπορούσε εξάλλου να γίνει αλλιώς. Στην αρχή δεν ήταν εύκολο, γιατί φτάνεις σε ένα ξένο μέρος, δεν γνωρίζεις κανέναν μουσικό, πρέπει αρχικά να επιβιώσεις. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια, τόσο περισσότερο άρχισα να μπαίνω κι εδώ ενεργά στον καλλιτεχνικό χώρο, σε διάφορες ομάδες. Για το ρεμπέτικο τώρα… Ήδη είχα αρχίσει να απομακρύνομαι από το κλασικό τραγούδι και να αναζητώ κι άλλους μουσικούς δρόμους μέσα από άλλα είδη και στυλ. Μου έλειπε τόσο πολύ η Ελλάδα σε κάποια περίοδο, που άρχισα να ψάχνω και την ελληνική παράδοση. Τα ακούσματά μου από παιδί. Το πνεύμα μου γενικά ήταν και είναι αρκετά ανήσυχο. Δε μπορούσα και δε μπορώ να δεχτώ, ότι θα κάνω μόνο κλασικό. Η προσωπικότητά μου είναι έτσι. Δεν θέλω να περιορίζομαι. Μου αρέσει η ελευθερία. Το ρεμπέτικο, έγινε τραγουδιστικά η ελευθερία μου. Είναι ένα πάρα πολύ απαιτητικό είδος, με δικιά του τεχνική, την οποία δεν σου την μαθαίνει κάποιος. Επίσης, δεν τραγουδιέται εύκολα, ειδικά αν προέρχεσαι από τον χώρο του κλασικού. Στην αρχή δεν ήμουν ικανοποιημένη με τον ήχο μου στα ρεμπέτικα. Αλλά δεν το σταμάτησα. Μου έλειπε να τραγουδήσω με την καλή πενιά που λέμε. Αποφάσισα ότι θα το καταφέρω. Και νιώθω μεγάλη ικανοποίηση μέχρι εδώ, γνωρίζοντας πάντα, ότι έχω πολλά ψωμιά ακόμα να φάω. Είναι πολύ απελευθερωτικό, σαν γυναίκα, να είσαι ρεμπέτισσα. Στη ζωή μου δε ζω καθόλου ρεμπέτικα. Το αντίθετο θα έλεγα. Απλά, αυτός ο δυναμισμός της γυναίκας της εποχής του ρεμπέτικου είναι μέσα μου, όπως και η μουσική αυτή.  

Εάν δεν κάνω λάθος ο Γιώργος Νταλάρας είχε και μία ιδιαίτερη επιρροή στα μουσικά σου βήματα;

Δεν κάνεις καθόλου λάθος. Στο σπίτι ακούγαμε Νταλάρα. Ήμουν παιδάκι όταν με έπαιρνε η θεία μου στις συναυλίες του. Ο Νταλάρας είναι ο τραγουδιστής που με ενέπνευσε να πω από πολύ μικρή ηλικία, ότι εγώ αυτό θα κάνω στη ζωή μου. Τα ρεμπέτικα τα ξέρω από τον Νταλάρα, την παράδοση γενικά της ελληνικής μουσικής. Όχι μόνο λόγω αυτών που τραγουδούσε. Αλλά και λόγω των συνεντεύξεων του. Πάντα τόνιζε και τονίζει την σημασία της παράδοσης στην κουλτούρας μας. Θεωρούσα και θεωρώ πως είναι ένας πάρα πολύ ευφυής άνθρωπος και πάντοτε τον παρακολουθώ και αντλώ έμπνευση από αυτόν. Ο λόγος που καλλιτεχνικά νιώθω τόσο κοντά στον Γιώργο Νταλάρα είναι, το ότι δε μπορείς να τον κλείσεις σε ένα κουτάκι. Έχει δοκιμάσει πάρα πολλά είδη, τα οποία θεωρώ ότι τα απέδωσε εξαιρετικά. Μπορώ να σου μιλάω για πολλή ώρα για τον άνθρωπο αυτό. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω, πως η συνεργασία του Γιώργου Νταλάρα με τον Μάριο Φραγκούλη στην Ιερά Οδό το 1998, το άκουσμα της φωνής και η τεχνική του δεύτερου ήταν το έναυσμα που ξύπνησε το ενδιαφέρον μου για την όπερα.

Τι θα μπορούσες να μας πεις για το project “Rebet!kon” στο οποίο είσαι κι η βασική τραγουδίστρια; Τι ακριβώς θέλετε να βγάλετε προς τα έξω; Να φανταστώ ότι θέλετε να αναδείξετε και την Ελλάδα μέσα από αυτό και να γνωρίσει ο κόσμος του εξωτερικού πολλά περισσότερα για τον πολιτισμό μας, τη μουσική μας κ.α.

Ξεκίνησα να τραγουδάω ρεμπέτικα το 2013, ένα χρόνο μετά τον ερχομό μου στην Κολωνία. Αρχικά το σχήμα αποτελούνταν από άλλους μουσικούς και άλλαξε κάποιες φορές, είτε επειδή κάποιοι μουσικοί έφευγαν πίσω στην Ελλάδα είτε για άλλους λόγους. Κάποια στιγμή ψάχναμε για τρίχορδο μπουζουξή με τον τότε κιθαρίστα, τον Μανώλη Κανάρη. Είχε έναν φίλο και τον έφερε στο σχήμα, τον Επαμεινώντα Λαδά. Έτσι γεννήθηκε το <<Rebet!kon>> το 2016. Ο Μανώλης γύρισε στην Κρήτη, ενώ ο Νώντας κι εγώ αναζητούσαμε τα νέα μέλη της μπάντας. Τώρα είμαστε μια τετραμελής όμάδα, ένας Γερμανός κιθαρίστας ο Philipp Köbele, που έχει χειροτονηθεί ρεμπέτης και τρεις Έλληνες, ο Γιώργος Ευαγγέλου και ο Επαμεινώντας Λαδάς στο τρίχορδο μπουζούκι και το τραγούδι κι εγώ στο τραγούδι και το μπαγλαμά.

Στόχος μας είναι σίγουρα η ανάδειξη της μουσικής μας παράδοσης, αλλά και της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης της χώρας εκείνης της περιόδου. Επιλέγουμε να εκτελούμε με απλότητα, πίστη και σεβασμό στον τότε τρόπο σύνθεσης και εκτέλεσης, για να αναβιώσουμε τον αυθεντικό ήχο της μουσικής αυτής. Αλλά φυσικά είναι και ο τρόπος μας να νιώθουμε κοντά στην Ελλάδα.

Πώς το γερμανικό κοινό αγκαλιάζει το «ρεμπέτικο» ως είδος; Ποια είναι η γνώμη του ξένου κοινού όταν τραγουδάτε στη γλώσσα μας; Τους αρέσουν;

Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο οι Γερμανοί έρχονται και ακούνε τη μουσική μας, το κοινό μας είναι κατά τα 2/3 Γερμανοί και μας ακολουθούν πιστά σε κάθε μας εμφάνιση. Είναι πολύ γνώριμοι στα αυτιά τους οι ήχοι του ρεμπέτικου. Οι Γερμανοί είναι λάτρεις της Ελλάδας μας και της αξιόλογης τέχνης γενικά. Πολλοί από αυτούς έχουν βρεθεί στην Ελλάδα για διακοπές κι έτσι έχουν έρθει σ’ επαφή με τα ρεμπέτικα, άλλοι έχουν εξοχικά σπίτια στην Ελλάδα, άλλοι συνδέονται με κάποιον άλλον τρόπο με τη χώρα μας, ενώ αρκετοί έμαθαν τα ρεμπέτικα από τις περιοδείες του Γιώργου Νταλάρα στην Ευρώπη. Κάποιοι γνωρίζουν και ιστορικά στοιχεία για το ρεμπέτικο. Κάποιοι δε, μπορούν και τραγουδούν μαζί μας, είτε ψιθυρίζοντας το στίχο, είτε τη μελωδία.

Πρεμιέρα Ιφιγένειας – Θέατρο Μιέζας 12.8.22 credits: Λεωνίδας Ζάρκος

Θα ήθελα τώρα να μιλήσουμε για το κλασσικό τραγούδι και να σε ρωτήσω ποιες είναι οι επιρροές σου… 

Το κλασικό τραγούδι το αγαπώ πάρα πολύ. Καλύπτει μια πλευρά μου πολύ εσωτερική, που δεν την βγάζω εύκολα προς τα έξω. Προϋποθέτει εξαιρετική πειθαρχία για να τραγουδηθεί σωστά και απαιτεί χρόνια εξάσκησης. Την παρομοιάζω με την επίπονη εκπαίδευση στο καράτε, όταν ο στόχος είναι ο πρωταθλητισμός, αν και φαινομενικά είναι άσχετα μεταξύ τους. Έχασα όμως την αυτοπεποίθησή μου στο είδος αυτό, ίσως μετά την επέμβαση που προανέφερα. Πάντα όμως μου έλλειπε η έκφραση μέσα από αυτό, αλλά δεν το σκάλιζα. Η ζωή όμως τα έφερε έτσι, που βρέθηκε στο δρόμο μου ένας άνθρωπος του χώρου, που άκουσε την ιστορία μου και μου ζήτησε να του τραγουδήσω κάτι κλασικό και να προσπαθήσω να το κάνω σκεπτόμενη πως παίζω στο θέατρο. Το εκανα, και αφού σκέφτηκε για λίγο μου είπε, πως νιώθει ότι το σωστό μονοπάτι για εμένα είναι εκείνο που μέσα του υπάρχει και το κλασικό τραγούδι και ότι εάν δεν είμαι μέσα σε αυτό θα χάσω κι εγώ αλλά και το είδος το ίδιο. Κι ενώ είχε ήδη μέσα μου ξυπνήσει η επιθυμία να ακούσω τον κλασικό ήχο της φωνής μου και πάλι, για καλή μου τύχη βρήκα τη Δασκάλα μου, την Αφροδίτη Πατουλίδου. Δε γινόταν παρά να συνεχίσω.

«Ιφιγένεια». Έκανες και ένα πολύ ωραίο post στα προσωπικά σου social media σχετικά με την παράσταση. Πώς ήταν να μπαίνεις σε έναν ρόλο για πρώτη φορά; Και φυσικά πες μας πώς πήρες την απόφαση να μπεις στο χώρο του μουσικού <<θεάτρου>> και να πεις το «ναι».

Η Ιφιγένεια, του Χρήστου Κουτσίδη, ήρθε στη ζωή μου έξι μήνες αφού είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα κλασικού με τη Δασκάλα μου. Ένιωθα πολύ καλά φωνητικά και είχα αρχίσει να εμπιστεύομαι και πάλι τις υποκριτικές μου ικανότητες (αυτές που χρειαζόμαστε για αυτό το είδος). Τα τελευταία χρόνια είχα απομακρυνθεί, όπως ανέφερα, από τον κλασικό ή κλασικίζον τρόπο τραγουδιού, αλλά και στην προσωπική μου ζωή κρατούσα μια απόσταση υποσυνείδητα από τα έντονα συναισθήματα. Ένιωθα ότι είχα βαθιά ανάγκη να νιώσω τη μουσική όπως παλιά, να νιώσω εμένα μέσα στη μουσική, όπως παλιά. Η Ιφιγένεια από την περιγραφή της ακόμη σε ταρακουνάει. Η σύλληψη της ιδέας είναι μεγαλοφυής, κατά τα δικά μου κριτήρια. Διάβασα το κείμενο του συνθέτη και ακολούθησα πιστά τις οδηγίες του, για το πως να το ακούσω. <<Καλή περιπλάνηση στα στενά της Αυλίδας>> , μου έγραψε. Κάποια σημεία μου φάνηκαν με το πρώτο άκουσμα σχεδόν αδύνατα να τραγουδηθούν. Αλλά και πάλι είπα: <<θα το καταφέρω>>. Είχα ανάγκη να νιώσω η <<Ιφιγένεια>>. Ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο στο στούντιο. Έκει άρχισαν να συμβαίνουν μαγικά πράγματα. Ήμουν πια ένα με την Ιφιγένεια. Και όπως έγραψα, αυτό το έργο με έφερε πίσω στην υπηρεσία της υψηλής τέχνης και στον κόσμο των έντονων συναισθημάτων. Και είμαι απεριόριστα ευγνώμων γι αυτό, όπως επίσης και για τους νέους συνεργάτες που απέκτησα. Τον Χρήστο Κουτσίδη, συνθέτη και στιχουργό του έργου, τον πιανίστα Άλεξ Ιωσηφίδη και τον βιολιστή Στέφανο Σεκέρογλου. Είμαι βέβαιη, ότι το μέλλον επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για την <<Ιφιγένεια>>, αλλά και ότι θα προκύψουν νέες ιδέες και projects με αυτούς τους αξιόλογους ανθρώπους.

Επίσης, μπορώ να διακρίνω ότι οι συνεργάτες, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για εσένα. Πώς τους διαλέγεις;

Συνέπεια, καλή ενέργεια, αμοιβαίος σεβασμός, κοινό όραμα, ταπεινότητα και χημεία, υπηρεσία στην τέχνη. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία, που καθιστούν για εμένα μια συνεργασία δυνατή ή μη. Έχω την τύχη να συνεργάζομαι με ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι την ίδια ιδέα για το τί είναι μια καλή συνεργασία. Εκτός από τους μουσικούς έχω και άλλους μόνιμους συνεργάτες, όπως ο Λεωνίδας Ζάρκος και η εταιρεία παραγωγής του, που με στηρίζουν φωτογραφικά, ενδυματολογικά και τεχνικά. Επίσης, o αδελφος μου, ο οποιός έχει αναλάβει το management και τη διαχείριση των σελίδων μου.

Υπάρχει σύγκριση μεταξύ του χώρου της μουσικής και του χώρου του μουσικού θεάτρου, της όπερας; Τελικά μπορεί κάποιος να «μεταπηδήσει» εύκολα από το ένα στο άλλο;

Κάθε τραγούδι είναι μια ιστορία. Με τον ίδιο τρόπο μια όπερα έχει μια ιστορία. Σίγουρα το να πεις μεμονομένα ένα τραγούδι δεν είναι το ίδιο με το να ερμηνεύσεις έναν ολόκληρο ρόλο. Οι ψυχολογικές μεταπτώσεις ενός ρόλου είναι πολύ μεγαλύτερες κι αυτή είναι η μαγεία αυτού του χώρου. Μιλάμε για έναν άρτια καταρτισμένο τραγουδιστή και παράλληλα άριστο ηθοποιό. Το κοινό στην όπερα νιώθει βουβά. Χειροκροτά στο τέλος. Από την άλλη σε μια συναυλία το να νιώσει το κοινό μ’ ένα μόνο τραγούδι πληρότητα και να σιγοτραγουδήσει είναι μαγικό. Όχι, καθόλου εύκολα δεν μεταπηδά κανείς. Ο βαθμός της δυσκολίας είναι μεγάλος. Πόσο πολύ, θα είμαι σε θέση να απαντήσω τα επόμενα χρόνια.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου; Τι να περιμένουμε από εσένα;

Στα άμεσα σχέδια μου είναι η πιο έντονη καλλιτεχνική αλληλεπίδραση με την Ελλάδα, της οποίας το κοινό μου λείπει πολύ, η δημιουργία ενός νεου project με διεθνή στοιχεία στην Ελλάδα, οι παραστάσεις της Ιφιγένειας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, η ολοκλήρωση της νέας μου ομάδας στη Γερμανία, η πρώτη δισκογραφική δουλειά του <<Rebet!kon>>, καθώς και σε δεύτερο χρόνο η πρώτη μου ίσως προσωπική δισκογραφική δουλειά.

Κι εδώ Ηρώ θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω που μου έδωσες την ευκαιρία μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας σας να μιλήσω για εμένα και για την μέχρι τώρα πορεία μου στο χώρο της μουσικής.

Πρεμιέρα Ιφιγένειας – Θέατρο Μιέζας 12.8.22 credits: Λεωνίδας Ζάρκος

Credits φωτογραφίας cover: Λεωνίδας Ζάρκος

Οι ειδήσεις της Πιερίας με ένα κλικ.