Μενού Κλείσιμο

Το 98,9% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές

Το 2019, υπήρχαν 23,2 εκατομμύρια επιχειρήσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία – αριθμός που δεν συμπεριλαμβάνει τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χρηματοοικονομικό τομέα. Σύμφωνα με τη μελέτη «Key figures on European business 2022» της Eurostat, που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, το 2019, η συντριπτική πλειοψηφία (98,9%) των επιχειρήσεων της ΕΕ ήταν πολύ μικρές ή μικρές – αποτελώντας εταιρείες που απασχολούν λιγότερα από 50 άτομα.

Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, συλλογικά, απασχόλησαν 131,5 εκατομμύρια άτομα και δημιούργησαν 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ «πλούτου». Όσον αφορά στις μικρές, που αποτελούν και την πλειοψηφία, το οικονομικό τους βάρος ήταν χαμηλότερο όσον αφορά στη συμβολή τους στην απασχόληση ή την προστιθέμενη αξία, σε σύγκριση με τον αριθμό τους: οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις απασχολούσαν λιγότερο από το ήμισυ (48,4%) του εργατικού δυναμικού της μη χρηματοοικονομικής επιχειρηματικής οικονομίας της ΕΕ, ενώ συνεισέφεραν κάτι περισσότερο από το ένα τρίτο (35,3 %) σε προστιθέμενη αξία.

Το 2019, υπήρχαν 43.000 μεγάλες επιχειρήσεις (εταιρείες με 250 ή περισσότερα άτομα απασχολούμενους) στη μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ. Αυτές οι επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν μόλις το 0,2% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων. Ωστόσο, το οικονομικό τους βάρος ήταν, αναλογικά, πολύ μεγαλύτερο: οι μεγάλες επιχειρήσεις απασχολούσαν περισσότερο από το ένα τρίτο (35,6%) του εργατικού δυναμικού της ΕΕ για τη μη χρηματοοικονομική οικονομία και ήταν υπεύθυνες για ένα ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο της οικονομικής συνεισφοράς (47,6%).

Την ίδια χρονιά, οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις συνεισέφεραν σχετικά υψηλό μερίδιο της προστιθέμενης αξίας στις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου και της Εσθονίας. Αντίθετα, οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν υπεύθυνες για το ήμισυ περίπου της προστιθέμενης αξίας στις οικονομίες της Πολωνίας και της Σουηδίας, του 53,1% στη Γερμανία και του 57,2 % στη Γαλλία. Το μερίδιο αυτό κορυφώθηκε στο 63,5% στην Ιρλανδία.

Την ίδια στιγμή, το 2019, το ποσοστό «γεννήσεων» νέων επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (όπως μετράται με τον αριθμό των γεννήσεων ως ποσοστό του αριθμού των ενεργών επιχειρήσεων) στην επιχειρηματική οικονομία, ήταν 10%. Η αναλογία αυτή κυμάνθηκε από ένα υψηλό 19,4% στη Λιθουανία και 15,8% στην Πορτογαλία, έως 4,8% στην Ελλάδα. Όσον αφορά στους «θανάτους» επιχειρήσεων, το 2019, το προκαταρκτικό ποσοστό στην επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ ήταν 8,3%, κυμαινόμενο από 29,5% στη Βουλγαρία και 22,5% στη Λιθουανία έως 1% στην Ιρλανδία.

Για την ίδια χρονιά, τέσσερις στις πέντε επιχειρήσεις που είχαν ιδρυθεί κατά το προηγούμενο έτος στην επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ, είχαν καταφέρει να επιβιώσουν: το ποσοστό επιβίωσης ενός έτους ήταν 82%. Το ποσοστό αυτό ήταν ιδιαίτερα υψηλό στη Σουηδία και την Ελλάδα (97% των νεοσύστατων επιχειρήσεων επιβίωσαν μετά από έναν χρόνο), ενώ το 96% των νέων επιχειρήσεων επιβίωσε τουλάχιστον ένα χρόνο στις Κάτω Χώρες και το Βέλγιο. Αντίθετα, μόλις το 63% των νέων επιχειρήσεων στη Λιθουανία επιβίωσαν τον πρώτο χρόνο τους.

Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης στην ΕΕ για επιχειρήσεις που «γεννήθηκαν» το 2014 και συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται το 2019, ήταν 45%. Με άλλα λόγια, λιγότερο από το ήμισυ του συνόλου των επιχειρήσεων του 2014 επιβίωσαν μέχρι το 2019. Τα ποσοστά επιβίωσης των επιχειρήσεων για μια πενταετία ήταν μικρότερα από 50% για τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, με το χαμηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στη Λιθουανία (29%). Τα υψηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν στο Βέλγιο και τη Σουηδία (και οι δύο 62%), ακολουθούμενες από την Ολλανδία (59%).

Μεταξύ της αρχής του 2017 και του τέλους του 2019, υπήρξε μια σχετικά σταθερή ανοδική τάση στον αριθμό των εγγραφών νέων επιχειρήσεων στην ΕΕ. Αυτό το μοτίβο έληξε απότομα στο πρώτο τρίμηνο του 2020, όταν έγινε αισθητός ο αντίκτυπος της πανδημίας του COVID-19 και των σχετικών μέτρων περιορισμού της εξάπλωσης του. Ακόμη πιο έντονη πτώση καταγράφηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2020. Στο τρίτο τρίμηνο του 2020, ο αριθμός ξεπέρασε το επίπεδο που καταγράφηκε στο τέλος του 2019. Στη συνέχεια υπήρξε σχετικά σταθερή ανάπτυξη έως το τέλος του 2021.

Έχοντας μειωθεί μεταξύ της αρχής του 2015 και του τέλους του 2016, ο αριθμός των δηλώσεων πτώχευσης στην ΕΕ παρέμεινε σχετικά αμετάβλητος μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2020, όταν έγινε αισθητός ο αρχικός αντίκτυπος της πανδημίας. Ο αριθμός των δηλώσεων πτώχευσης μειώθηκε περαιτέρω στο δεύτερο τρίμηνο του 2020. Παρά την αύξηση σε καθένα από τα επόμενα τρία τρίμηνα, ο αριθμός των δηλώσεων πτώχευσης στο πρώτο τρίμηνο του 2021 εξακολουθούσε να είναι χαμηλότερος από το επίπεδο στο τέλος του 2019. Ο αριθμός των πτωχευτικών δηλώσεων μειώθηκε ξανά κατά το υπόλοιπο του 2021, αλλά παρέμεινε πάνω από το χαμηλό που καταγράφηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2020.

Σε αντίθεση με παγκόσμιους ανταγωνιστές όπως η Ιαπωνία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι επιχειρηματικές δαπάνες για Ε&Α είναι σχετικά χαμηλές στην ΕΕ. Εκτός από μια ελαφρά μείωση το 2009, οι ευρωπαϊκές επιχειρηματικές δαπάνες για Ε&Α αυξήθηκαν σταθερά (σε τρέχοντες όρους τιμών) μεταξύ 2005 και 2019. Αυτή η γενικά ανοδική εξέλιξη δεν επεκτάθηκε το 2020, καθώς οι δαπάνες μειώθηκαν κατά 1,5% στα 205 δισεκατομμύρια ευρώ. Η Σουηδία, το Βέλγιο, η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία και η Φινλανδία είχαν τα υψηλότερα ποσοστά ανά κάτοικο, παράλληλα με τα υψηλότερα συνολικά επίπεδα έντασης Ε&Α (δαπάνες Ε&Α σε σχέση με το ΑΕΠ).

Το 2018, σε όλες τις βασικές δραστηριότητες καινοτομίας, περισσότερα από τα τρία τέταρτα των μεγάλων επιχειρήσεων (με 250 ή περισσότερα απασχολούμενα άτομα) στην ΕΕ επικέντρωσαν σε κάποια μορφή καινοτόμου δραστηριότητας. Αντίθετα, αυτό αφορούσε σε λιγότερο από το ήμισυ του συνόλου των μικρών επιχειρήσεων (με 10–49 απασχολούμενους). Το 2018, το ποσοστό των βιομηχανιών που ήταν καινοτόμες κορυφώθηκε στο 74,7% στην Εσθονία, ενώ το Βέλγιο, η Γερμανία, η Κύπρος και η Αυστρία ήταν τα μόνα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ που κατέγραψαν μερίδια άνω των δύο τρίτων.

Το 2019, ο υψηλότερος αριθμός επιχειρήσεων καταγράφηκε στη δραστηριότητα του διανεμητικού εμπορίου (5,7 εκατομμύρια): περίπου μία στις τέσσερις επιχειρήσεις στη μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ είχε ως κύρια δραστηριότητα το διανεμητικό εμπόριο. Απασχολήθηκαν, εκεί, 29,4 εκατομμύρια άτομα και δημιούργησαν αξία 1,28 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτές ήταν οι δεύτερες υψηλότερες αξίες μετά τη μεταποίηση, η οποία είχε 30,2 εκατομμύρια απασχολούμενους και 2 τρισεκατομμύρια ευρώ προστιθέμενης αξίας.

Στο άλλο άκρο του φάσματος, υπήρχαν τέσσερις δραστηριότητες που η καθεμία συνεισέφερε λιγότερο από το 1% του συνολικού αριθμού επιχειρήσεων στη μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία της ΕΕ το 2019: η επισκευή υπολογιστών, προσωπικών και οικιακών ειδών (0,8 %), η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, αερίου και κλιματισμού (0,7 %), η παροχή νερού, δραστηριότητες αποχέτευσης, διαχείρισης αποβλήτων (0,3 %). και τα ορυχεία και λατομεία (0,1 %).

Οι ειδήσεις της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ