Μενού Κλείσιμο

Θετικές οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, εκτιμά η Κομισιόν: Η Ελλάδα πέρασε το τεστ

Η Ελλάδα έχει σημειώσει ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών της δεσμεύσεων για τα τέλη του 2019. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η πέμπτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα που παρουσίασε η Κομισιόν.

 

Παρόλο που γενικά διαπιστώνεται αυξημένο ποσοστό ανισορροπιών οι οποίες προκλήθηκαν από την παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα, η Κομισιόν εκτιμά θετικά τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και τονίζει ότι «τα συμπληρωματικά μέτρα που εφαρμόζονται ή ανακοινώνονται από την Επιτροπή η κυβέρνηση πρέπει να τα ολοκληρώσει εγκαίρως για την επόμενη, 6η ενισχυμένη έκθεση επιτήρησης που προβλέπεται για το Μάιο του 2020».

Όπως τονίζει η έκθεση, «αυτό απαιτεί τη συνεχή δέσμευση των ελληνικών Αρχών, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου απαιτούνται σημαντικές περαιτέρω ενέργειες». Η έκθεση θα συζητηθεί από τo Eurogroup, αλλά δεν σχετίζεται με μέτρα κατά του χρέους (πχ. εκταμίευση κερδών από ελληνικά ομόλογα).

Ο Αντιπρόεδρος Ντομπρόσφκις επιβεβάιωσε ότι στο Euronews Ιουνίου θα ξεκινήσει η συζήτηση για την αλλαγή της χρήσης των κερδών από SnPs και ANFAs. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι η Κομισιόν στηρίζει τα αιτήματα της Ελλάδας γιατί βλέπουμε καλή πρόοδο στην οικονομία αλλά και τα χαμηλά επιτόκια. Πάντως δε θέλησε να απαντήσει στο θέμα της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, λέγοντας ότι αυτό είναι θέμα των πιστωτών της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών μελών της Ευρωζώνης.

Η Κομισιόν καταγράφει ότι η Ελλάδα πρέπει να συμμορφώνεται με τον στόχο-δέσμευση για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, το πρωτογενές ισοζύγιο αναμένεται να συμμορφωθεί με τον δημοσιονομικό στόχο 3,5% του ΑΕΠ και το 2019 και το 2020. Ο δε δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σημαντικά από 181,2% το 2018 σε 163,1% του ΑΕΠ το 2021.

Πάντως, η Κομισιόν υπογραμμίζει πως αν και το ισοζύγιο της κεντρικής κυβέρνησης έχει βελτιωθεί και η ξεπερνά τους ετήσιους δημοσιονομικούς της στόχους από το 2016, το δημόσιο χρέος που είναι ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ πρέπει να μειωθεί περαιτέρω.

«Προκειμένου να μειωθεί ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ, είναι σημαντικό οι μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας, ειδικά αυτές που αφορούν στον τομέα των συντάξεων και της υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι βελτιώσεις επί της δημοσιονομικής διαδικασίας, να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται. Επίσης, θα απαιτηθεί σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Η βελτίωση της βαθιά αρνητικής καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης θα απαιτήσει περαιτέρω προσαρμογές στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», σημειώνεται στην έκθεση.

 

Προβληματισμός για τις τράπεζες

Η Κομισιόν καταγράφει τον προβληματισμό της για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων μειώνεται βαθμιαία, αλλά παραμένει πολύ μεγάλο και απαιτεί άμεση και σημαντική περαιτέρω δράση.

«Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να επιβαρύνεται από ένα μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι προοπτικές κερδοφορίας των τραπεζών είναι εύθραυστες και η ποιότητα του κεφαλαίου τους είναι χαμηλή και εξαρτάται από το κράτος», υπογραμμίζεται.

«Αν και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σημαντικά από την κορύφωση τους στο τέλος του 2016, παραμένουν πολύ υψηλά και επιβαρύνουν σημαντικά την απόδοση του τραπεζικού συστήματος, περιορίζοντας ταυτόχρονα την ικανότητά του να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη», αναφέρει η Κομισιόν.

Στην έκθεση τονίζεται πως ο ρυθμός υλοποίησης των τρεχουσών πρωτοβουλιών για τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας και η εξασφάλιση της κατάλληλης εφαρμογής όλων των εγγυήσεων, σε συνδυασμό με το πρόσφατα ψηφισθέν σύστημα προστασίας περιουσιακών στοιχείων του «Ηρακλή», θα είναι κρίσιμες παράμετροι ώστε οι τράπεζες να επιταχύνουν περαιτέρω τις στρατηγικές μείωσης των κόκκινων δανείων τους.

Όπως σημειώνεται, η δημιουργία ενός πλήρους κεντρικού μητρώου πιστώσεων θα μπορούσε επίσης να μειώσει περαιτέρω τις ελλείψεις πληροφόρησης μεταξύ δανειστών και δανειοληπτών.

 

Δικαιοσύνη, Παιδεία και Επιχειρηματικό περιβάλλον

«Πιο φιλόδοξο» πρέπει να είναι κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το σχέδιο μεταρρυθμίσεων για το επιχειρησιακό περιβάλλον, τη δημόσια διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, ειδικά στους τομείς που αφορούν την αγορά προϊόντων, το δικαστικό σύστημα, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, το εκπαιδευτικό σύστημα και τον κλάδο της ενέργειας.

Οι ανεπάρκειες στη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης παροχής ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και της γραφειοκρατίας, εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδια για τις επιχειρήσεις. Για τη Δικαιοσύνη, τονίζεται πως οι ανεπάρκειες στο δικαστικό σύστημα επηρεάζουν αρνητικά το επενδυτικό κλίμα και περιορίζουν την παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία.

Για το ελληνικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης σημειώνεται πως έχει επίμονες αδυναμίες που οδηγούν σε αναποτελεσματικές δαπάνες όσο και σε υψηλές ιατρικές ανάγκες.

Για το εκπαιδευτικό σύστημα, σημειώνεται πως η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να αναβαθμίζει την επαγγελματική εκπαίδευση και να επενδύει στη διά βίου μάθηση. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να βρει τρόπους για να καταστήσει το εκπαιδευτικό σύστημα πιο σχετικό με την αγορά εργασίας, ιδίως στο μεταδευτεροβάθμιο επίπεδο.

«Συνολικά, η χαμηλή και ανεπαρκής χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και η γενική έλλειψη λογοδοσίας στο σύστημα παραμένουν σημαντικές προκλήσεις», υπογραμμίζει η Κομισιόν.

Στην έκθεση για την γενική κατάσταση στην Ευρώπη, η Ελλάδα εμφανίζεται να είναι μία από τις τρεις χώρες που εξακολουθούν να έχουν αυξημένες ανισορροπίες -οι άλλες δύο είναι η Κύπρος και η Ιταλία. Οι ανισορροπίες αφορούν στο υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, στο υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών και στο υψηλό ποσοστό ανεργίας.

Η Κομισιόν εκτιμά πως η διεθνής θέση της Ελλάδας θα επιδεινωθεί περαιτέρω, εν μέσω του αυξανόμενου εμπορικού ελλείμματος. Όπως αναφέρει, οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά πιο αργά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια λόγω της εξασθένησης της εξωτερικής ζήτησης. Μετά από έντονη ανάπτυξη το 2018, προβλέπεται ότι οι εξαγωγές θα αυξηθούν με βραδύτερο ρυθμό το 2019 και θα επιβραδυνθούν περαιτέρω το 2020 και το 2021.

Για την ανεργία η Κομισιόν αναγνωρίζει πως συνέχισε να μειώνεται σταθερά, αλλά σημειώνει πως διαμορφώνεται σε περίπου 17% και παραμένει πολύ υψηλή.

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.