Μενού Κλείσιμο

Επιστολή του προέδρου του ΕΒΕ Πιερίας στον Ευκλ. Τσακαλώτο για τη ρύθμιση των 120 δόσεων

Η ρύθμιση αγνοεί τις επιχειρηματικές ανάγκες

Η «ρύθμιση των 120 δόσεων» αγνοεί τις επιχειρηματικές ανάγκες, υποστηρίζει ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Πιερίας σε επιστολή που έστειλε προς τους υπουργούς Οικονομικών, Εργασίας και Εσωτερικών. Ο Ηλίας Χατζηχριστοδούλου κοινοποίησε την επιστολή σε όλα τα Επιμελητήρια της χώρας, καθώς και στην Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδας.

Στην επιστολή του ο κ. Χατζηχριστοδούλου, μεταξύ άλλων τονίζει ότι «θεωρητικά» η κυβέρνηση επιθυμεί να βοηθήσει κατηγορίες πολιτών που έχουν πραγματικές δυσκολίες χωρίς να ευνοηθούν οι κακοπληρωτές. «Την παρέμβαση αυτή για τη ρύθμιση οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, την εφορία και προς τους ΟΤΑ, όλα τα μέλη μας και όλες οι επιχειρήσεις – μέλη των Επιμελητηρίων της χώρας, την αναμέναμε ως ανακούφιση από τα βάρη και τις πληγές του παρελθόντος. Προεισπράξαμε στη συνείδησή μας ως πραγματική καινοτομία το κούρεμα της βασικής οφειλής για τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις, μέσω επανυπολογισμού της οφειλής του ασφαλισμένου και φυσικά θα μας ικανοποιούσε και ένα κούρεμα προσαυξήσεων της τάξεως του 85%. Έτσι πράγματι μπορεί να προκύψει μια μειωμένη μεσοσταθμικά οφειλή κατά 65% με εξόφληση σε 120 δόσεις.

Για πολλοστή φορά στη χώρα αισθανόμαστε ότι μάλλον πρέπει να γυρίσουμε τις δραστηριότητές μας σε μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, διότι φαίνεται πως το επιχειρηματικό κέρδος στη χώρα έχει είτε ποινικοποιηθεί είτε δαιμονοποιηθεί. Πως περιμένετε να εκλάβουμε τις ρυθμίσεις για τακτικές αιτίες (φόρο εισοδήματος και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) και για έκτακτες αιτίες (πχ φόρο κληρονομιάς) ως δώρο, όταν στην πρώτη οι δόσεις δεν ξεπερνούν τις 24 κατόπιν νομοτεχνικών διορθώσεων ή τις 36 αν τελικώς πλειοδοτήσετε στην αρχική σας απόφαση, ενώ παράλληλα δεν αφορούν το 88% των νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα;

Μιλάμε για 104.000 Νομικά Πρόσωπα, τα οποία έχουν κάνει φορολογική δήλωση το 2017 που θα μπορούσαν να τύχουν του ευεργετήματος των 120 δόσεων. Δεν είναι επίσης διόλου παράξενο το ότι από τα 20δις που είναι τα ληξιπρόθεσμα, τα 17δις αφορούν ποσά άνω του ενός (1) εκατομμυρίου. Δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να προορίσετε ως υπόδειξη ότι είναι προτιμότερο για τον επιχειρηματία να πάρει το μέτρο του εξωδικαστικού, αποκλείοντάς τον από τη ρύθμιση.

Έχοντας ως δεδομένο ότι μόλις 7.000 οφειλέτες έχουν ενταχθεί και 2.000 περιπτώσεις πανελλαδικά έχουν τεχνικά και ολοκληρωμένα εξυπηρετηθεί με το ευεργέτημα του εξωδικαστικού, είναι προφανές ότι η παραπομπή σε αυτόν (με τους ρυθμούς που κινείται το σύστημα), μόνο λύση δεν είναι για τον επιχειρηματία. Ο εξωδικαστικός αποκλείει ούτως ή άλλως χιλιάδες ΜΜΕ καθώς έχει κριτήριο βιωσιμότητας και απαίτηση κερδοφόρων χρήσεων. Επιπρόσθετα απαιτεί ταυτόχρονη τακτοποίηση χρεών προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες.

Υποβόσκει λοιπόν μια σημαντική αντίφαση όσον αφορά το νομοθέτημά σας, ανάμεσα στις έννοιες «κουλτούρα πληρωμών» και στη ρευστότητα των επιχειρήσεων στην πραγματική οικονομία. Δεν είμαστε της λογικής «να καεί και το χωράφι του γείτονα» γι’ αυτό ξεκαθαρίζουμε ότι δεν μας ενοχλεί η ελαστικότητα που επιδεικνύεται στα φυσικά πρόσωπα, αρκεί αυτή να μην συνοδευόταν από αντιμετώπιση δύο ταχυτήτων με τον αποκλεισμό των επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα που αποτυπώνεται στο νομοσχέδιο καθίσταται σαφές γιατί δεν αλλάζει τίποτε ουσιαστικό για τα μέλη μας :

– Το κούρεμα του 80% επιτυγχάνεται αν η οφειλή αποπληρωθεί σε δύο έως έξι μηνιαίες δόσεις.

– Για διαγραφή του 50% των προσαυξήσεων, πρέπει όλο το χρέος να καταβληθεί σε επτά έως δώδεκα δόσεις.

– Αν κάποιο νομικό πρόσωπο ρυθμίσει σε δεκατρείς έως δεκαέξι δόσεις, απαλλάσσεται μόνο από το 30% των προσαυξήσεων.

Υπάρχει επίσης πολύ μικρή διαφορά στην πάγια ρύθμιση και στις βεβαιωμένες οφειλές από έκτακτους φόρους. Η πίεση που δέχεται ο επιχειρηματικός κόσμος από τις θολές και τις κουτσουρεμένες ρυθμίσεις ευχόμαστε να το αντιληφθείτε γρήγορα ότι επιτείνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα ρευστότητας, άρα και την κάλυψη των τρεχουσών λειτουργικών υποχρεώσεων.

Πιστεύουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων με τζίρους έως 2,5 εκατομμύρια και χρέος έως 300.000 ευρώ, θα μπορούσε να ανταποκριθεί εντός του πλαισίου των 120 δόσεων.

Συν τοις άλλοις, επιβάλλεται να σημειώσουμε ότι :

-Για να ζητήσουν την ένταξή τους στη νέα ρύθμιση, οι οφειλέτες πρέπει να πληρώσουν ή να ρυθμίσουν σε 12 δόσεις και 2,2 πρόσφατα ληξιπρόθεσμα χρέη που άφησαν απλήρωτα μετά την 1/1/2019.

-Για χρέη έως 500 ευρώ που χρωστούν το 54% των οφειλετών, δεν προκύπτουν ούτε 24 δόσεις, λόγω ελάχιστης υποχρέωσης καταβολής 30 ευρώ το μήνα.

-Με βάση παραδείγματα που δώσατε στη δημοσιότητα, εργαζόμενος που είχε εισόδημα 30.000 ευρώ το 2017 αλλά έμεινε άνεργος, καλείται να πληρώνει 51 δόσεις των 117,65 ευρώ. Και βαρύνεται επιπλέον με 5% τόκο ετησίως.

-Το 50% των επιχειρήσεων «ζόμπι» θα συνεχίζουν να μπαινοβγαίνουν σε ρυθμίσεις που «πεθαίνουν» και «ανασταίνονται» κάθε λίγους μήνες, ενώ κάποιες θα εγκαταλείψουν τη μάχη επιβίωσης.

Είναι πολύ εύκολο να αποδειχθεί ότι με βάση τα στοιχεία της ΑΑΔΕ:

-Αν εξαιρεθούν κρατικά ΝΠΔΔ , μη κερδοσκοπικά σωματεία κλπ καθώς και όσοι έχουν μπει σε άλλη ρύθμιση ή στον εξωδικαστικό ή πρόκειται για εταιρίες «φαντάσματα» που έχουν ουσιαστικά κλείσει – οι βιώσιμες επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η νέα ρύθμιση είναι λιγότερες από 100.000.

-Από τις περίπου 100.000 επιχειρήσεις που χρωστούν, εκτιμάται ότι περίπου το 30% δεν δίνει καθόλου σημεία ζωής στην εφορία. Αυτές είναι κυρίως με οφειλές πάνω από 1 εκατομμύριο και δεν «σώζονται» με 24 ή 36 αντί για 12 δόσεις.

-Οι 7 στις 10 (περίπου 70.000 από τις 100.000 επιχειρήσεις) βρίσκονται ήδη σε κάποια ενεργή ρύθμιση («πάγια» ή των «100 δόσεων») και έχουν επαφή με την εφορία. Συνεπώς δεν ευελπιστούσαν σε ρύθμιση «μία από τα ίδια», αλλά σε μια ουσιαστική ελάφρυνση για να κάνουν τον προγραμματισμό τους και τα σχέδιά τους για την επιχειρηματική βιωσιμότητα.

-Ένα μικρό ποσοστό 20% των επιχειρήσεων αντέχουν και τηρούν πάντα με συνέπεια τις ρυθμίσεις τους. Αυτές αποτελούν αιμοδότες του Κράτους όμως σταδιακά τελειώνουν με τις υποχρεώσεις τους και όσες ενταχθούν στη νέα ρύθμιση, θα το κάνουν όχι για τις 24 δόσεις, αλλά για να πετύχουν μείωση 90% ή 100% στις προσαυξήσεις και τους τόκους (αν εξοφλήσουν πρόωρα ή εφάπαξ το υπόλοιπο οφειλής αντίστοιχα). Αυτό ναι μεν θα φέρει άμεσα κάποια επιπλέον έσοδα στα κρατικά Ταμεία το 2019, αλλά οι εισπράξεις αυτές θα λείψουν από την εφορία στο δεύτερο εξάμηνο του έτους και κυρίως τα επόμενα χρόνια.

-Το 50% των ενεργών μελών των Επιμελητηρίων χάνουν κάθε τόσο μια ρύθμιση λόγω απλήρωτης δόσης ή πληρωμής άλλης τρέχουσας οφειλής από φόρους. Ξαναμπαίνουν μεν διαρκώς στις πάγιες ρυθμίσεις, μα αφήνοντας αναγκαστικά νέα χρέη σε εργαζόμενους και στους προμηθευτές.

Εκτός των παραπάνω σημειώστε ότι αρκετοί επιχειρηματίες (έστω και κακώς) περίμεναν τη ρύθμιση των 120 δόσεων και δεν πλήρωναν ή δεν προχώρησαν στις «μικρές ρυθμίσεις» καθώς είχε καλλιεργηθεί ένα κλίμα ευφορίας για τη «μεγάλη ρύθμιση – ανάσα».

Τελικά η ρύθμιση ειδικά στο σκέλος της εφορίας, μας κατατάσσει στην κατηγορία των «δεδομένων» σχεδόν τιμωρητικά. Είναι φανερό ότι το κράτος αλιεύει έσοδα από τους λίγους που χρωστούν τα 17 δις από τα 20 δις των χρεών προς την εφορία και για δέλεαρ σε όσους έχουν ήδη τα χρήματα αλλά δεν εξοφλούν, δίνεται μια επιβράβευση με κούρεμα 100% αν γίνει εφάπαξ εξόφληση μέσα σε 50 ημέρες. Η αγορά αναρωτιέται αν τελικά επιθυμείτε να περιορίσετε τους στρατηγικούς κακοπληρωτές ή να τους κλείσετε το μάτι τη στιγμή που μια ενδιάμεση κατηγορία ουσιαστικά έχει κλείσει και όλα αυτά στον βωμό της προσωρινής ρευστότητας των κρατικών ταμείων.

Εκπροσωπώντας πάνω από 10.000 επιχειρήσεις και εκτιμώντας ότι αφουγκραζόμαστε και το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας της χώρας, παρακαλούμε θερμά όπως επαναφέρετε στις σωστές ράγες τη ρύθμιση και μετουσιώσετε τις προσδοκίες των νομικών προσώπων σε μια επέκταση των δόσεων στις 120 ανεξαρτήτως της φύσης των οφειλών τους ως τακτικών και έκτακτων. Αναγνωρίζουμε θετικά σημεία στη ρύθμιση για τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και εκεί λάβετε υπόψιν ότι θα χρειαστεί πάγωμα της οφειλής και μετατροπή της σε ασφαλιστικό χρόνο που θα δώσει στην πράξη το δικαίωμα στη σύνταξη ακόμη και σε αυτούς με αδυναμία πληρωμής οποιουδήποτε ποσού. Χρειαζόμαστε αυτονόητα μεγαλύτερη προθεσμία υπαγωγής από την προβλεπόμενη στα τέλη Ιουνίου και το να μην υπάρχει σύνδεση των καταβολών του 2019 με εισφορές του παρελθόντος που θα ρυθμιστούν», καταλήγει ο κ. Χατζηχριστοδούλου

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ