Μενού Κλείσιμο

Κατσούρης, το γελαστό παιδί!

Το ημερολόγιο έδειχνε «9 Φεβρουαρίου 1999» όταν ο Παναγιώτης Κατσούρης πήρε μεταγραφή στην «ομάδα των Αγγέλων». Ο χρόνος κυλά αργά και βασανιστικά, κι ας πέρασαν εικοσιένα ολόκληρα χρόνια, από εκείνο το μοιραίο βράδυ…

Οι λεπτομέρειες εκείνης της θλιβερής βραδιάς θες δεν θες επανέρχονται σαν κινηματογραφική ταινία. Το ξύπνημα μες τα μαύρα σκοτάδια, η είδηση ότι «υπάρχει νεκρός ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ», το σοκ όταν ακούς το όνομα του και συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για ένα νεαρό παιδί μόλις 21 ετών. Και μετά, η σιωπή και η απόγνωση μπροστά στο μέγεθος της απώλειας. Της φυγής, του ταξιδιού δίχως επιστροφή…

Ο Παναγιώτης καλή του ώρα εκεί ψηλά που είναι, σύχναζε όπως και οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές του  ΠΑΟΚ στα καφέ της Τούμπας. Τότε, το κέντρο της Θεσσαλονίκης δεν ήταν η πρώτη επιλογή τους. Στη γειτονιά όπου μεγάλωσα, σε ένα καφέ επί της Γρηγορίου Λαμπράκη, που και πού τον συναντούσα ανταλλάσσοντας μια «καλημέρα». Εκεί τον είδαν κάποιοι συμπαίκτες του λίγο πριν φύγει για την περιοχή της Θέρμης, το μοιραίο απόγευμα. Ήταν Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου του 1998.

Εκείνοι (που τον είδαν) έπαιζαν οι περισσότεροι βασικοί στον ΠΑΟΚ, εκείνος δεν είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Αγγελου Αναστασιάδη, που τον είχε σχεδόν πάντα στον πάγκο, πίσω από τον Πέρσι Ολιβάρες ή τον Δημήτρη  Καπετανόπουλο. Αυτό ήταν το μαράζι του. Το πίστευε και το έλεγε. «Μπορώ να παίξω στον ΠΑΟΚ». Γι’ αυτό και ήταν αρνητικός σε κάθε κουβέντα δανεισμού του. «Πάνε ρε παιδάκι μου να παίξεις σε μια ομάδα δανεικός, να πάρεις παιχνίδια και να επιστρέψεις», του έλεγαν. Ο Παναγιώτης δεν τους άκουγε…

Για τελευταία φορά είχε αγωνιστεί ως αλλαγή (στη θέση του Κώστα Φρατζέσκου), για δώδεκα λεπτά εναντίον του ΟΦΗ, και η μοίρα του, το πεπρωμένο του, τα’ φερε έτσι ώστε απέναντι στην ομάδα του Ηρακλείου να κάνει ντεμπούτο (στις 8 Σεπτεμβρίου του 1996) και… φινάλε (στις 25 Ιανουαρίου του 1998) με την «ασπρόμαυρη» φανέλα! Τι, ειρωνεία κι αυτή…

Έφυγε εκείνο το απόγευμα από το καφέ της Τούμπας, «για να ξεσκάσω», όπως είχε πει, «να παίξω μπάλα, μαζί με κάτι φίλους», σ’ ένα από τα ελάχιστα γήπεδα «5Χ5» της Θεσσαλονίκης, ακολουθώντας τη μόδα της εποχής, που σιγά σιγά απλωνόταν σ’ ολόκληρη την πόλη.

Το ποδόσφαιρο ήταν το μεγάλο πάθος του, το ίδιο όμως και η ταχύτητα. Στα 21 του οδηγούσε ένα “cabrio” Rover 1.600 κυβ. εκ.. Είχε γκάζι κι ο μικρός όπου έβρισκε ευκαιρία «το πατούσε». Το είχε αγοράσει από την αντιπροσωπεία αυτοκινήτων του τότε αναπληρωτή προέδρου της ΠΑΕ, Πέτρου Καλαφάτη, ήταν σχεδόν ίδιο μ’ αυτό που είχε και ο Θόδωρος Ζαγοράκης.

Στη Θεσσαλονίκη ψιλόβρεχε, ο δρόμος γλιστρούσε, κάτι που ο νεαρός ποδοσφαιριστής δεν υπολόγισε καθόλου, το αυτοκίνητο έπιασε μεγάλη ταχύτητα κοντά στην κεραμοποιία Θέρμης, έφυγε από το δρόμο, και προσέκρουσε από το μέρος του οδηγού σε τσιμεντένιο γεφυράκι.

Ο Παναγιώτης Κατσούρης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 28 Οκτωβρίου 1976 και ξεκίνησε την καριέρα του στον Πλάτωνα Αθηνών. Από εκεί τον απέκτησε η Νάουσα, αντί 5.000.000 δραχμών το καλοκαίρι του 1993, μια Νάουσα στην οποία έπαιζαν ο Βασίλης Τσιάρτας, ο Βασίλης Λάκης, ο Ηλίας Σαπάνης και άλλοι σημαντικοί παίκτες, οι οποίοι την είχαν ανεβάσει στην Α’ Εθνική κατηγορία.

Ένα χρόνο πριν ενηλικιωθεί, στις 31 Οκτωβρίου 1993, έκανε ντεμπούτο στην εντός έδρας ήττα με 3-1 από την πρωταθλήτρια ΑΕΚ, που εκτός από τον Τσιάρτα «ζαχάρωνε» και τον μικρό από την Αθήνα. Η ομάδα της Ημαθίας δεν κατάφερε να δώσει συνέχεια στις «ένδοξες ημέρες» των ‘90s, η απώλεια όλων των μεγάλων ονομάτων, μέσω χρυσοφόρων πωλήσεων, αλλοίωσε την ταυτότητα και την αποδυνάμωσε, με τον Κατσούρη πάντως να μένει εκεί και να αποκτά εμπειρίες στο σκληροτράχηλο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής.

Το καλοκαίρι του 1996 το όνομα του διεθνή, με την ομάδα των Ελπίδων, αρχίζει να συζητιέται έντονα στο μεταγραφικό παζάρι. Ο ΠΑΟΚ, η ΑΕΚ, ακόμη και ο Πανηλειακός του πανίσχυρου Σάκη Σταυρόπουλου, θέλουν να τον εντάξουν στο δυναμικό τους. Η κίνηση του Γιώργου Καλύβα, το βράδυ της 5ης Ιουνίου, αποδείχθηκε καθοριστική. Οι «ασπρόμαυροι» έβγαλαν στο τραπέζι 35 εκατομμύρια δραχμές, ωστόσο η επιθυμία του προέδρου της Νάουσας, Νίκου Σομπατζή, να καταλήξει ο παίκτης σε κάποια ομάδα της Θεσσαλονίκης και όχι της Αθήνας έφεραν τον Κατσούρη στην Τούμπα.

Μια μέρα αργότερα υπέγραψε πενταετές συμβόλαιο, με ετήσιες απολαβές 8.000.000 δρχ. και την επίσημη παρουσίασή του από τον ΠΑΟΚ να γίνεται στις κατασκηνώσεις του Γιώργου Καλύβα, στη Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, μαζί με τον Τάσο Τασιόπουλο, που είχε αποκτηθεί από τον Αθηναϊκό.

«Με ανατριχιάζει η ιδέα ότι θα παίξω στη γεμάτη Τούμπα. Ο ΠΑΟΚ είναι η μεγαλύτερη ομάδα του βορειοελλαδικού ποδοσφαίρου και είναι τιμή για μένα που θα φορέσω τη φανέλα του, δίπλα σε σπουδαίους παίκτες όπως είναι ο Ζαγοράκης και ο Τουρσουνίδης. Τα πολλά λόγια όμως είναι φτώχεια. Από εδώ και πέρα πρέπει να μιλήσω μέσα στο γήπεδο για να δικαιώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ», είχε πει κατά τη διάρκεια της παρουσίασής του, με τον Γκίντερ Μπένγκτσον να λέει, ύστερα από ένα φιλικό προετοιμασίας του ΠΑΟΚ κόντρα στην άσημη γερμανική Ντίσινγκεν, πως «αυτό το παιδί μπορεί να καθιερωθεί πολύ γρήγορα αν συνεχίσει να δουλεύει τόσο σκληρά».

Με τον ΠΑΟΚ αγωνίστηκε σε 24 αγώνες πρωταθλήματος, 4 κυπέλλου και έναν ευρωπαϊκό, κόντρα στην Ατλέτικο, στο 5-2 της Μαδρίτης και σε 29 αγώνες συνολικά πέτυχε 3 γκολ.

Αν και πιτσιρικάς, πρόλαβε να κάνει καριέρα σ’ όλες τις μικρές Εθνικές ομάδες (από το 1992 μέχρι το 1997 αγωνίστηκε 99 φορές στις Εθνικές Παίδων-Νέων-Ελπίδων, πετυχαίνοντας 45 γκολ!), ενώ με τη Νάουσα μέτρησε 13 συμμετοχές κι 1 γκολ στην Α΄ Εθνική.

Οι αριθμοί βέβαια ελάχιστη σημασία έχουν τώρα πια, όπως και το γεγονός ότι ο ΠΑΟΚ στη μνήμη του απέσυρε τη φανέλα με το νούμερο 17 και έστησε την προτομή του πρώτα στην καταπακτή των αποδυτηρίων και στη συνέχεια στα γραφεία της Τούμπας.

Πηγή: gazzetta.gr

 

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.