Μενού Κλείσιμο

Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της εκπαίδευσης… – Άρθρο του Σπύρου Μπλάτσιου

Κάθε χρόνο η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών εξετάσεων γίνεται αφορμή για να ξεκινήσει μία συζήτηση για το επίπεδο της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Κι όπως γίνεται σχεδόν πάντα στο δημόσιο διάλογο στη χώρα μας μπλέκουμε ταυτόχρονα διάφορα θέματα χωρίς να επικεντρωθούμε στις πραγματικές αιτίες ενός προβλήματος και έτσι δεν βγαίνει κανένα αποτέλεσμα.

Φέτος μεγάλος αριθμός πολιτών προβληματίστηκε για τις χαμηλές επιδόσεις των μαθητών στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Υπήρχαν εισακτέοι σε σχολές με βαθμολογία κάτω από την μονάδα, υπήρχαν σχολές όπου το σύνολο των εισακτέων είχαν βαθμολογία κάτω από τη βάση του 10, όπως υπήρχαν και σχολές (έστω και λίγες) στις οποίες έμειναν κενές θέσεις γιατί δεν τις προτίμησαν οι μαθητές.

Η συνήθης απάντηση των πολιτικών για το τις πταίει για αυτό είναι συνήθως ότι φταίνε οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό είναι εν μέρει σωστό. Η απορρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πέτυχαν οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ από το 2015 και μετά ήταν πρωτοφανής. Τόσο επί υπουργίας Φίλη όσο και επί υπουργίας Γαβρόγλου είχαμε σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, με αποκορύφωμα τη μετονομασία μέσα σε μία νύκτα των ΤΕΙ σε ΑΕΙ και τη δημιουργία νέων πανεπιστημιακών σχολών χωρίς υλικές και ανθρώπινες υποδομές. Παρόλα αυτά η Νέα Υπουργός είχε τα χρονικά περιθώρια να επεξεργαστεί κάποιες λύσεις όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Οι λύσεις αυτές όμως δεν θα έφερναν και πολλά αποτελέσματα διότι δεν θα αντιμετώπιζαν το συνολικό πρόβλημα παρά μόνο θα προσπαθούσαν να θεραπεύσουν κάποιες από τις παρενέργειες της μέχρι τώρα λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ποια είναι λοιπόν τα πραγματικά προβλήματα; Τις περισσότερες φορές εστιάζουμε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμελώντας έτσι να δούμε το τι γίνεται στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι το ίδιο το υπουργείο Παιδείας δεν έχει δεδομένα για αυτούς τους κλάδους εκπαίδευσης ή τουλάχιστον δεν τα δημοσιοποιεί. Το πληροφοριακό σύστημα myschool θα μπορούσε να δώσει κάποια χρήσιμα δεδομένα στις υπηρεσίες του υπουργείου παρόλα αυτά το data mining μάλλον παραμένει επιστημονική φαντασία στο ΥΠΕΠΘ. Τις αδυναμίες όμως του εκπαιδευτικού μας συστήματος σε αυτούς τους τομείς τους καταδεικνύουν τόσο ευρωπαϊκές έρευνες όσο και διάφοροι εκπαιδευτικοί οργανισμοί.

Πρόσφατα στο διεθνές τεστ αξιολόγησης PISA η χώρα μας κατέλαβε μία από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη και ήταν σαφώς κάτω του μέσου όρου των κρατών του ΟΟΣΑ. Το τεστ PISA οργανώνεται ανά τριετία (τελευταία φορά ήταν το 2018) και εξετάζει τρεις βασικές δεξιότητες – κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες – που πρέπει να έχουν οι μαθητές ολοκληρώνοντας την υποχρεωτική εκπαίδευση, δηλαδή έως τα 16 τους.  Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών βαίνουν συνεχώς μειούμενες από το 2009. Το πιο ανησυχητικό εύρημα όμως αυτού του τεστ ήταν ότι ένας σημαντικός αριθμός μαθητών (19,9%) παρουσίασε χαμηλές επιδόσεις και στα τρία αντικείμενα που εξετάστηκε κάτι που σημαίνει ότι παρότι αυτοί οι μαθητές τελειώνουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για να διεκπεραιώσουν απλές καθημερινές λειτουργίες και συναλλαγές. Παρόλα αυτά οι μαθητές αυτοί προαγόταν κανονικά στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στο τέλος έπαιρναν και απολυτήριο λυκείου. 

Ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες για αυτές τις χαμηλές θέσεις των μαθητών στο τεστ αυτό;
 Προ μερικών ετών οι συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ είχαν αποδώσει την πτώση των επιδόσεων των μαθητών στο τεστ Pisa σε δύο παράγοντες:

α) την υποχρηματοδότηση της παιδείας και

β) την οικονομική κρίση που εμποδίζει τους μαθητές να πηγαίνουν στα φροντιστήρια.

Το πρώτο επιχείρημα των συνδικαλιστών της ΟΛΜΕ καταρρίπτεται από την ίδια την έκθεση του ΟΟΣΑ στην οποία παρουσιάζει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού της PISA. Εκεί φαίνεται ότι Ελλάδα, Σλοβακία, Τσεχία, Λετονία, Πολωνία και Εσθονία ξοδεύουν περίπου τα ίδια ποσά ανά μαθητή αλλά παρόλα αυτά οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι οι χειρότερες όλων, ενώ των Εσθονών μαθητών οι καλύτερες με διαφορά.

Το δεύτερο επιχείρημα των συνδικαλιστών μας προβληματίζει περισσότερο. Οι συνδικαλιστές ομολογούν ότι η δουλειά που γίνεται στο ελληνικό σχολείο δεν επαρκεί και οι μαθητές χρειάζονται ενίσχυση στα φροντιστήρια. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα:

α) ότι ο χρόνος μελέτης των μαθητών δεν επαρκεί, κάτι που όμως καταρρίπτει η ίδια έκθεση αφού οι Έλληνες μαθητές φαίνεται να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη σε σχέση με τους περισσότερους Ευρωπαίους μαθητές,  ή ότι

β) κάτι πολύ λάθος γίνεται στα σχολεία μας.

Το δεύτερο το επιβεβαιώνουν και πολλοί άλλοι δείκτες που εξετάζονται στην έκθεση αυτή. Τα ελληνικά σχολεία π.χ. δίνουν λιγότερες ευκαιρίες σε παιδιά που προέρχονται από μειονεκτούσες ή ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, αλλά ταυτόχρονα περιορίζουν και τις δυνατότητες των παιδιών που προέρχονται από τις πιο ευνοημένες κοινωνικές ομάδες. Δηλαδή το ελληνικό σχολείο δρα ως τροχοπέδη τόσο για τους μαθητές από μειονεκτούσες ή ευπαθείς κοινωνικές ομάδες που προσπαθούν να ανέρθουν κοινωνικά αλλά και για τους μαθητές που προέρχονται από ένα πιο ευνοημένο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον και που θα μπορούσαν να πετύχουν περισσότερα πράγματα στη ζωή τους. Επικρατεί δηλαδή ένας εκπαιδευτικός ισοπεδωτισμός προς τα κάτω.

Επομένως τα στοιχεία που υπάρχουν μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα σχολεία της δευτεροβάθμιας, αλλά και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτυγχάνουν να επιτελέσουν το σκοπό τους. Επομένως αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε την παιδεία μας θα πρέπει να επανεξετάσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης αλλά και τον τρόπο που γίνεται η διδασκαλία, όσο και να εξασφαλίσουμε ότι το εκπαιδευτικό προσωπικό θα πρέπει να μάθει να λειτουργεί με ένα νέο τρόπο. Τις προηγούμενες δεκαετίες οι περισσότερες χώρες της ΕΕ αναβάθμισαν την εκπαιδευτική πολιτική τους με βάση τις ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι ντιρεκτίβες αυτές έθεταν μία κατευθυντήρια γραμμή που απομακρύνεται από την αποστήθιση και τη χρήση ενός μοναδικού βιβλίου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ενθάρρυναν τη χρήση πολλαπλών πηγών γνώσης και την καλλιέργεια συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Παρόλα αυτά στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίζει η πρακτική του ενός μοναδικού βιβλίου όσο και η πρακτική της αποστήθισης. Όσο λοιπόν κι αν αλλάζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα στη χώρα μας στην πράξη παραμένουν ίδια. Ο δάσκαλος είναι ο φορέας τη γνώσης και πρέπει να τη μεταδώσει στο μαθητή με τη χρήση του σχολικού βιβλίου, το οποίο τις περισσότερες φορές μπορεί να είναι απαρχαιωμένο.

Μια άλλη μεγάλη αλλαγή που συντελέστηκε στην εκπαίδευση στην Ευρώπη είναι η αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων εκπαίδευσης έτσι ώστε να συμπεριλάβουν πιο σύγχρονα αντικείμενα, αλλά σύγχρονες δεξιότητες. Υπάρχουν μαθήματα που στοχεύουν να εκπαιδεύσουν τον μαθητή στη διαχείριση της πληροφορίας,  στην αντιμετώπιση των fake news, στη σύγχρονη Φυσική, στην ηθική κλπ. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερα στις Σκανδιναβικές χώρες, έχει δοκιμαστεί η λύση της μάθησης μέσω project (ατομικής ή ομαδικής εργασίας) αλλά και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Η μεγαλύτερη αλλαγή όμως που συνετελέσθει είναι η αλλαγή του ρόλου του εκπαιδευτικού. Ο εκπαιδευτικός πλέον δεν είναι ο φορέας της γνώσης. Η γνώση, με τη μορφή της πληροφορίας, είναι πλέον παντού γύρω μας. Η επανάσταση του διαδικτύου έχει δώσει απευθείας πρόσβαση σε ένα κολοσσιαίο σε μέγεθος εκπαιδευτικό υλικό. Ο εκπαιδευτικός λοιπόν πλέον δεν είναι ο φορέας της γνώσης, είναι ο διαχειριστής της γνώσης. Μπορεί να επιλέξει το εκπαιδευτικό υλικό που ταιριάζει στην τάξη του και να το τροποποιήσει ή/και να το χρησιμοποιήσει.

Ας γυρίσουμε τώρα ξανά στην ελληνική πραγματικότητα. Όλα τα παραπάνω στην ελληνική εκπαιδευτική δυστοπία φαντάζουν τις περισσότερες φορές ως επιστημονική φαντασία. Πέρα από το αρτηριοσκληρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα και οι συνδικαλιστές στο χώρο της εκπαιδευσης αντιτίθενται σε οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής στην εκπαίδευση. Τους εκφράζει απόλυτα ο εκπαιδευτικός ισοπεδωτισμός προς τα κάτω που επικρατεί τις τελευταίες δεκαετίες. Τους εκφράζουν τα παρωχημένα βιβλία και η ψευδαίσθηση ότι αυτοί είναι οι φορείς της γνώσης. Αντιτίθενται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εκμοντερνισμού της εκπαίδευσης (π.χ. laptop και tablet classrooms) και σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία νέα εκπαίδευση προβάλλοντας επιχειρήματα του 19ου αιώνα. Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποιοι λίγοι εκπαιδευτικοί και κάποια ελάχιστα σχολεία που πάνε κόντρα σε αυτές τις αντιλήψεις. Συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές δραστηριότητες σε συνεργασία με σχολεία και Πανεπιστήμια από προηγμένες εκπαιδευτικά χώρες, αντιγράφουν ή δοκιμάζουν νέες πρακτικές στην εκπαίδευση και προσπαθούν να ξεχωρίσουν από τα υπόλοιπα σχολεία. Δυστυχώς αυτά τα σχολεία δεν φτάνουν όμως για να αλλάξει κάτι στην ελληνική εκπαίδευση. Απαιτείται κυρίως αλλαγή νοοτροπίας τόσο από το υπουργείο παιδείας όσο και από τους συνδικαλιστές. Απαιτείται κυρίως η ειλικρινής πρόθεση όλων των εμπλεκομένων για μία μακρά και επώδυνη περίοδο αλλαγών, οι οποίες όμως θα φέρουν αποτελέσματα το νωρίτερο σε μία δεκαετία. 

* Ο κ. Μπλάτσιος είναι κάτοχος πτυχίου Φυσικής με μεταπτυχιακό στα Πληροφοριακά Συστήματα. Είναι επίσης υποψήφιος Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει εργαστεί για χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ το τελευταίο διάστημα εργάζεται στον τομέα των Ευρωπαϊκών Εκπαιδευτικών  και Επενδυτικών προγραμμάτων.

Εάν θέλετε να λαμβάνετε εγκαίρως τις ειδήσεις πατήστε εδώ

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ