Μενού Κλείσιμο

Η Ελληνική Οικονομία μετά την Πανδημία, η Ευρώπη και οι Μεταρρυθμίσεις – Του Γιώργου Αλογοσκούφη

Ενώ η ελληνική οικονομία έδειχνε να έχει εισέλθει σε μία περίοδο ήπιας ανάκαμψης ήδη από το 2017, και να επικεντρώνεται σε αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις, το 2020 ξέσπασε μια νέα μεγάλη διεθνής κρίση λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid-19).

Η κρίση της πανδημίας έχει οδηγήσει σε σημαντική επιδείνωση τόσο των βραχυχρόνιων όσο και των μεσοχρόνιων προοπτικών. Σύμφωνα με τις προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών, η Ελλάδα προβλέπεται να αντιμετωπίσει μία πολύ βαθιά ύφεση το 2020, και, ακόμα και με σχετικά ευοίωνες υποθέσεις, η ανάκαμψη να ξεκινήσει από σημαντικά χαμηλότερη βάση και να απαιτήσει αρκετό χρόνο πέραν του 2021.

Επιπλέον, καθώς η κρίση της πανδημίας έχει οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση τόσο του δημοσιονομικού όσο και του εξωτερικού ισοζυγίου, μετά το πέρας της θα απαιτηθούν διορθωτικά δημοσιονομικά και διαρθρωτικά μέτρα τα οποία ενδεχομένως θα επιβραδύνουν την οικονομική ανάκαμψη.

Η κρίση της πανδημίας πλήττει όλες τις οικονομίες της παγκόσμιας κοινότητας και βεβαίως όλες τις οικονομίες της ΕΕ. Έτσι, η Ελλάδα δεν είναι διεθνώς απομονωμένη όπως συνέβη στις αρχές του 2010, εν μέρει και με δική της ευθύνη. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της κρίσης, και ο  τρόπος με τον οποίο θα επηρεάσει τα διάφορα κράτη-μέλη της ΕΕ θα είναι και πάλι κάθε άλλο παρά συμμετρικός.

Ευτυχώς, η κρίση τελικά κινητοποίησε την ΕΕ να αναλάβει κοινές οικονομικές και δημοσιονομικές πρωτοβουλίες, και πάλι σε αντίθεση με το τι συνέβη στην κρίση του 2010, όπου το κόστος της προσαρμογής μετακυλίθηκε αποκλειστικά στα εθνικά κράτη που είχαν πληγεί, και ιδιαίτερα στα κράτη της περιφέρειας της ευρωζώνης.

Στις 21 Ιουλίου του 2020, το Συμβούλιο της ΕΕ συμφώνησε σε μία δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, η οποία περιλαμβάνει ένα νέο προσωρινό πλέγμα μέτρων ύψους €750 δις, με σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού κατευθύνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Τα κράτη-μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν εθνικά σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας στα οποία εκτίθενται οι μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές τους πρωτοβουλίες για τα έτη 2021-2023.

Με την ενεργοποίηση αυτού του κοινοτικού μηχανισμού, ο οποίος είναι πολύ σημαντικός για την Ελλάδα, ελπίζεται ότι θα αμβλυνθούν οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης, αν και ακόμη υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες.

Προκειμένου να κατορθώσει η ελληνική οικονομία να ολοκληρώσει στο εγγύς μέλλον το πέρασμα από την κρίση της πανδημίας στην ανάκαμψη δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι μία προσωρινή οικονομική βοήθεια. Θα πρέπει να αρχίσει να προωθεί άμεσα όλες εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που συνδυάζουν μονιμότερα το στόχο της ανάκαμψης της παραγωγής, της απασχόλησης και του εισοδήματος με αυτόν της αποκατάστασης της ισορροπίας στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στα δημόσια οικονομικά.

Το μείγμα πολιτικής, μέρος του οποίου θα μπορούσε να ενταχθεί άμεσα στο Πρόγραμμα Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας 2021-2023, πέραν της βραχυχρόνιας στήριξης της συνολικής ζήτησης, θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περαιτέρω βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και στην αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να χρηματοδοτηθεί μία μονιμότερη αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, με βάση εθνικούς αποταμιευτικούς πόρους. Αυτές είναι απαραίτητες μακροοικονομικές προϋποθέσεις για μεσοχρόνια διατηρήσιμη ανάκαμψη.

Το σχέδιο της επιτροπής Πισσαρίδη θα μπορούσε να είναι μία καλή βάση οικοδόμησης πολιτικής συναίνεσης γύρω από τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και είναι δυσάρεστο το ότι απορρίφθηκε εκ των προτέρων από την αξιωματική αντιπολίτευση.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό η κυβέρνηση να μην απεμπολήσει λόγω της κρίσης τη μεταρρυθμιστική πολιτική στη βάση της οποίας εξελέγη. Είναι όμως το ίδιο σημαντικό, όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να συμβάλλουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό στην προώθηση όχι μόνο των απαραίτητων άμεσων μέτρων στήριξης της οικονομίας εν μέσω της κρίσης, αλλά και των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται μεσοχρόνια για τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Γιώργος Αλογοσκούφης είναι Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης. Είναι πρώην βουλευτής και πρώην Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.

Εάν θέλετε να λαμβάνετε εγκαίρως τις ειδήσεις πατήστε εδώ

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ