Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019 09:31

  Η Συνταγματική αγραμματοσύνη του ΣΥΡΙΖΑ

Άρθρο γνωμης 

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα

Δικηγόρου

 

Ήταν τέτοιος καιρός πριν 4 χρόνια (Φεβρουάριος του 2015) όταν ως τότε νεοεκλεγείς Πρωθυπουργός της Χώρας ο Αλέξης Τσίπρας δήλωνε συγκινημένος: «Είμαστε σάρκα από τη σάρκα αυτού του λαού, είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα αυτής της Χώρας και αυτό θα υπηρετήσουμε μέχρι τέλους».

 

Παρά όμως τις μεγαλοστομίες η διακυβέρνησή του κάθε άλλο παρά σεβάστηκε το Σύνταγμα και τήρησε τις αξιακές και λειτουργικές αρχές του. Αντιθέτως, γίναμε μάρτυρες όλα αυτά τα χρόνια, στο βωμό της επίτευξης κομματικών σκοπιμοτήτων, απύθμενων θεσμικών εκτροπών και της φαλκίδευσης της αληθούς έννοιας της Δημοκρατίας. Και τούτο διότι τελικά  η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το Σύνταγμα της Χώρας είναι μια σχέση ατελής και προβληματική, πολλές δε φορές αντιθετική ή ‘‘πολιτικά ανενεργής’’.

Στα πλαίσια της ήδη κινηθείσας διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος η τελευταία θέση του ΣΥΡΙΖΑ πως ό,τι ψηφίσει η σημερινή Βουλή ‘‘δεσμεύει’’ και ως προς την κατεύθυνση και το περιεχόμενο και την επόμενη και αναθεωρητική, αποδεικνύει περίτρανα το παραπάνω συμπέρασμα. Ο κ. Τσίπρας στην απέλπιδα προσπάθεια του να παραμείνει στην πολιτική ζωή του Τόπου και μετά τις εκλογές, ‘‘παίζει’’ με το ίδιο το Σύνταγμα και με μια από τις κορυφαίες διαδικασίες του, που είναι η αναθεώρηση του.

Το Σύνταγμα μας όμως είναι σαφές. Σύμφωνα με το άρθρο 110 § 2 η ανάγκη αναθεώρησής του διαπιστώνεται, ύστερα από πρόταση 50 τουλάχιστον Βουλευτών,  με απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία 180 Βουλευτών σε δύο ψηφοφορίες, που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν. Και όπως ορίζει η παράγραφος 3, αφού αποφασιστεί από την (πρώτη) Βουλή η αναθεώρηση, η επόμενη Βουλή που προκύπτει από εθνικές εκλογές, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις του Συντάγματος

Συνεπώς, η συνταγματική αναθεώρηση de constitutione lata συνιστά αποκλειστική αρμοδιότητα της ‘‘αναθεωρητικής Βουλής’’, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκφραση του λαού στις κρίσιμες εκλογές που μεσολαβούν μεταξύ της πρώτης, προτείνουσας την αναθεώρηση, και της επόμενης, κατεξοχήν και κατά την ‘‘συνταγματική τυπολογία’’, αναθεωρητικής Βουλής. 

Η ‘‘δεύτερη’’ όμως αυτή Βουλή, η αναθεωρητική, δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της πρώτης, γιατί ήδη παρεμβλήθηκε δια της εκφράσεως της πολιτικής του βούλησης στις εκλογές, σύμφωνα με την θεμελιακή συνταγματική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, ο λαός, όπως αυτός συγκροτείται σε εκλογικό σώμα. Ο ιστορικός καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, Νικόλαος Σαρίπολος, επί τούτου μας διαφωτίζει εναργώς: ‘‘…με την απόφαση της προτείνουσας Βουλής καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που προτείνεται να αναθεωρηθούν όχι όμως και το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους. Η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική για την επόμενη, αναθεωρητική, Βουλή. Η τελευταία δεν δεσμεύεται -καταρχήν, τουλάχιστον- ως προς το περιεχόμενο που θα προσδώσει στις αναθεωρητέες διατάξεις, παρά μόνο για το ποιες είναι αυτές’’ (βλ. και Α. Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, σελ. 147,  Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α΄, σελ. 218.)

Επομένως, η συγκεκριμένη θεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ προσβάλλει καταφανώς αυτήν καθ’ εαυτήν την Δημοκρατική Αρχή, που συνιστά και τη θεμελιωδέστερη Αρχή του Πολιτεύματος μας. Η Αρχή αυτή υλοποιείται de facto στην αναθεωρητική του Συντάγματος διαδικασία όταν τα πολιτικά κόμματα τοποθετούνται, ανάλογα με τις ιδεολογικές καταβολές και την πολιτική τους κοσμοθεωρία, επί των υπό αναθεώρηση προτεινόμενων άρθρων και στις εκλογές που μεσολαβούν ο λαός ψηφίζει έχοντας ως επιλεκτικό κριτήριο τις θέσεις των κομμάτων και με τελικό στόχο να διαμορφώσει αυτός, όπως κρίνει, τους συσχετισμούς της επόμενης Βουλής, άρα και την τελική διαμόρφωση και την κατασταλαγμένη ‘‘συνταγματική μορφολογία’’ της αναθεώρησης.

Αυτή είναι, άλλωστε, και η ratio (o δικαιολογητικός λόγος) της επιλογής του Συντάγματός μας ως προς την ουσία της αναθεώρησης, που απαιτεί δύο συνθέσεις του Κοινοβουλίου, μεταξύ των οποίων μεσολαβούν εκλογές. Διαφορετικά, δεν θα είχε συνταγματικό νόημα η πρόβλεψη για την ύπαρξη της δεύτερης, αναθεωρητικής Βουλής.

Θέλει, κατά συνέπεια, ο Συνταγματικός Νομοθέτης, να μην υπάρχουν δεσμεύσεις (όπως ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει) της αναθεωρητικής Βουλής στις κατευθύνσεις και το ουσιαστικό περιεχόμενο της αναθεώρησης, γιατί πρώτα και πάνω απ’ όλα, μετά τον προσδιορισμό από την πρώτη Βουλή των αναθεωρητέων διατάξεων, επιτάσσει στη δεύτερη Βουλή το τελικό αποτέλεσμα της αναθεώρησης να είναι προϊόν των ευρύτερων δυνατών συναινέσεων, όχι μόνο ως προς το ποιες διατάξεις αλλά κυρίως ως προς το ‘‘γιατί’’ και το ‘‘πώς’’ αυτές θα αναθεωρηθούν.

Στην προκείμενη περίπτωση εξάλλου, η ΣΤ’ Αναθεωρητική Βουλή (1986), η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή (2001) και η Η’ Αναθεωρητική Βουλή (2008), αποτελούν το προεξεχόντως παραδειγματικό ‘‘Ιστορικό Συνταγματικό Πρότυπο’’. Και στις τρεις αυτές αναθεωρήσεις του Συντάγματος συνειδητά και προεπιλεγμένα δεν καθορίστηκαν από την ‘‘πρώτη’’ Βουλή κατευθύνσεις για τα υπό αναθεώρηση άρθρα, αλλά απλά αποφασίστηκε η ανάγκη της αναθεώρησης και συγκεκριμενοποιήθηκαν με τον αριθμό του άρθρου, της παραγράφου ή του εδαφίου οι αναθεωρητέες διατάξεις.

Αν, λοιπόν, η παρούσα Βουλή δεν αρκεστεί ή ‘‘αυτοπεριοριστεί’’ μόνο στην παραπάνω αποκρυστάλλωση και κατά λεπτομέρεια εξειδίκευση των επιμέρους σημείων της συνταγματικής αναθεώρησης και, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί και προτρέπει, προσδώσει στα σημεία αυτά ‘‘δεσμευτική νομικο-πολιτική δύναμη’’, προκειμένου να εγκλωβίζεται εν τοις πράγμασιν η επόμενη, αναθεωρητική Βουλή ως προς το κατ’ ουσία περιεχόμενο αυτής καθ’ εαυτής της αναθεώρησης, τότε στην πράξη η συνδυαστική εφαρμογή του άρθρου 110 του Συντάγματος και του άρθρου 119 του Κανονισμού της Βουλής θα παραλλαχθεί ή αλλοιωθεί, όπως τονίζουν και οι περισσότεροι έγκριτοι Συνταγματολόγοι της Χώρας.

Κατά προφανή συνέπεια, και στο τρέχον ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρνει να κρύψει, αντιθέτως εξόφθαλμα εκδηλώνει, τη ζημιωτική για τη Χώρα ανεπάρκειά του, που αποδεικνύεται από την πραγματική ή ‘‘ηθελημένη’’ άγνοια του περί της θεσμικής πραγματικότητας και της συνταγματικής θεωρίας και πρακτικής, την αμάθεια του ως προς τη λειτουργία των συντεταγμένων πολιτειακών διαδικασιών και κυρίως από την περιφρόνησή του σε βασικές, πυλωνικές Αρχές του Πολιτεύματος μας. Το μόνο που θα μείνει τελικά ως θλιβερή ανάμνηση απ’ αυτόν είναι ο ωμός, ενστικτώδης και ιδιοτελής καιροσκοπισμός του, που σχετίζεται με μικροκομματικές στοχεύσεις και βραχυπρόθεσμα πολιτικά στοιχήματα και όχι με το εθνικό συμφέρον και τον μακρόπνοο πολιτειακό σχεδιασμό και τα πολιτικά διακυβεύματα της Χώρας. Δυστυχώς, μόνο αυτό….