Μενού Κλείσιμο

Οι  κορυφαίοι Γερμανοί τερματοφύλακες

Εϊκε Ιμελ (1978-’97)

Ηταν μόλις 17 ετών όταν βρέθηκε βασικός τερματοφύλακας στη Ντόρτμουντ. Με εκείνη χρίστηκε διεθνής, αλλά τα καλύτερα του τα έζησε κάτω από τα δοκάρια της Στουτγκάρδης, με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1992, ενώ ήταν και φιναλίστ του Κυπέλλου UEFA το 1989. Ηταν τέτοιο το γκελ που έκανε με το ταλέντο του, που βρέθηκε στην Εθνική στα 19 του να κατακτά το EURO του 1980. Ωστόσο, είχε την ατυχία να πέσει πάνω στα καλύτερα χρόνια του Χάραλντ Σουμάχερ και έτσι έμεινε αναπληρωματικός του και στα δύο Μουντιάλ, όπου η Γερμανία ηττήθηκε στον τελικό (1982, 1986).

Μαρκ Αντρέ Τερ Στέγκεν (2009-)

Από το 2009, όταν κατέκτησε με την Εθνική το EURO U-17, άπαντες έκαναν λόγο για τον διάδοχο του Μάνουελ Νόιερ. Και τελικά ο νυν πορτιέρο της Μπαρτσελόνα σε αυτό εξελίσσεται, εάν δεν το έχει ήδη κάνει δηλαδή. Τρομερά ρεφλέξ, ιδανικές αποφάσεις υπό πίεση και εξαιρετική λειτουργεία με την μπάλα στα πόδια.  Ξεκίνησε στην Γκλάντμπαχ, μα το 2014 τον απέκτησε η Μπάρτσα και με εξαίρεση το 2017, κατέκτησε διαδοχικά τη La Liga. Ειδικά το 2015 πήρε τα πάντα, σηκώνοντας πρωτάθλημα, Κύπελλο, Champions League, Μουντιάλ Συλλόγων, Σούπερ Καπ Ευρώπης και έχασε μόνο το εγχώριο Σούπερ Καπ. Ψηφίστηκε κορυφαίος πορτιέρο στην Ευρώπη δύο φορές (2015, 2019) και 2ος στον κόσμο (2019).

Μπόντο Ιλγκνερ (1985-’01)

Αφού το 1984 πήρε το EURO U-16, έκανε την εμφάνιση του με την εξαιρετική Κολωνία, με την οποία έχασε έναν τελικό UEFA (1986). Κατάφερε ακόμα και χωρίς τίτλους να ξεχωρίσει και να βρεθεί βασικός στα Πάντσερ στο Μουντιάλ του 1990. Αφού απέκρουσε το πέναλτι του Στιούαρτ Πιρς στον ημιτελικό με την Αγγλία, έγινε κόντρα στην Αργεντινή ο πρώτος τερματοφύλακας που κράτησε απαραβίαστη την εστία του σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.  Το 1996 βρέθηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης και εκεί κέρδισε όσα συλλογικά του άξιζαν. Πρωτάθλημα Ισπανίας το 1996 και το 2001, αλλά και δύο Champions League (1998, 2000), στο πρώτο παίζοντας βασικός (σ.σ.: στο δεύτερο του πήρε την θέση ο 18χρονος Ικερ Κασίγιας). Επίσης πανηγύρισε και το Διηπειρωτικό του 1998. Το 1991 ψηφίστηκε κορυφαίος τερματοφύλακας της Ευρώπης, βραβείο που του δόθηκε και στη Μπουντεσλίγκα τέσσερις σερί χρονιές (1989-’92).

Χάραλντ Σουμάχερ (1972-’96)

Πρόκειται για σπουδαίο τερματοφύλακα, ο οποίος όμως στιγματίστηκε από εκείνο το δολοφονικό χτύπημα στον Πατρίκ Μπατιστόν στο Μουντιάλ του 1982. Είχε ίσως το πιο δυνατό χέρι που εμφανίστηκε ποτέ (σ.σ.: έστελνε τη μπάλα στο άλλο μισό του γηπέδου) και ήξερε να διαβάζει εκπληκτικά το παιχνίδι σε μία εποχή που το έκαναν ελάχιστοι όμοιοί του. Θρύλος της κορυφαίας Κολωνίας την οδήγησε στο πρωτάθλημα του 1979 και σε τρία Κύπελλα (1977, 1978, 1983). Πιο σημαντική όμως ήταν η συνεισφορά του στο να φτάσει η Εθνική στους δύο σερί χαμένους τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου (1982, 1986).  Οσο για τις ατομικές διακρίσεις του: δύο φορές κορυφαίος Γερμανός ποδοσφαιριστής γενικά (1984, 1986), καλύτερος τερματοφύλακας σε Μουντιάλ (1986), EURO (1984) και επτά φορές καλύτερος στη θέση του στη Γερμανία.

Ολιβερ Καν (1987-’08)

Τον είπαν «βασιλιά», «τιτάνα» και ό,τι άλλο υπάρχει σε υπερθετικό επίθετο. Το προσδιόριζε το παρουσιαστικό του. Οσοι τον αντιπαθούσαν, υποστήριζαν πως έχει χάσει κάποιον κρίκο από την εξέλιξη σε εκείνη την κλίμακα με τον πίθηκο που σταδιακά μετατρέπεται σε άνθρωπο. Ενας πραγματικός ηγέτης με όλη τη σημασία της λέξης. Ηταν ο καλύτερος στον κόσμο στα τέλη των 90ς και στις αρχές των 00ς. Τότε που έχασε έναν (1999) τελικό Champions League και χάρισε το τρόπαιο στον επόμενο (2001) της ομάδας του, καθαρίζοντας στη διαδικασία των πέναλτι. . Εκεί όπου τον ψήφισαν εννέα φορές κορυφαίο στην θέση του και δύο ακόμα (2000, 2001) ως κορυφαίο Γερμανό ποδοσφαιριστή γενικά. Ε Με τη Μπάγερν πάλι πανηγύρισε οκτώ πρωταθλήματα, έξι Κύπελλα, άλλα τόσα Λιγκ Καπ, ένα Κύπελλο UEFA (1996) . Ισως περισσότερο τιμητικό απ’ όλα αυτά σε προσωπικό επίπεδο να είναι η δύο φορές 3η θέση (2001, 2002) στην ψηφοφορία της «Χρυσής Μπάλας».

Μάνουελ Νόιερ (2006-)

Τις ικανότητες του τις επέδειξε πρώτη φορά το 2009, κατακτώντας το EURO U-21. Αναμφίβολα στην καλύτερη πεντάδα της θέσης στην εποχή μας, ξεχωρίζει όχι μόνο για τις εκπληκτικές επεμβάσεις του, αλλά και για την φανταστική τεχνική του με τη μπάλα στα πόδια. Του αρέσει πολύ να παίζει ως λίμπερο και να στήνει ιδανικά το παιχνίδι από πίσω. Κάπως έτσι βρέθηκε το 2014 3ος στην ψηφοφορία για την «Χρυσή Μπάλα». Κορυφαίος τερματοφύλακας σε αυτό το τουρνουά, έχει στο παλμαρέ του δύο τελικούς Champions League (2012, 2013), με τον δεύτερο νικηφόρο. Με τη Μπάγερν πάντως ζει μεγάλες στιγμές, έχοντας επτά διαδοχικά πρωταθλήματα, τέσσερα Κύπελλα, ισάριθμα Σούπερ Καπ Γερμανίας και από ένα Ευρώπης και Μουντιάλ Συλλόγων. Ψηφίστηκε τέσσερις φορές κορυφαίος στη θέση του στην Ευρώπη και στα 33 του πλέον έχει κερδίσει όλες τις ατομικές διακρίσεις σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο.

Ζεπ Μάγιερ (1961-‘1979)

Ο πραγματικός θρύλος του γερμανικού ποδοσφαίρου, δεν αγωνίστηκε ποτέ σε άλλη ομάδα πλην της Μπάγερν και υπήρξε μέλος της ίσως κορυφαίας φουρνιάς των Βαυαρών. Μαζί τους πήρε τέσσερα πρωταθλήματα (άλλα τόσα Κύπελλα), με τα τρία να είναι διαδοχικά (1972-’74), όσα δηλαδή και τα Κύπελλα Πρωταθλητριών σε εκείνη τη δυναστεία των 70ς (1974-’76). Είχε βέβαια προηγηθεί το Κυπελλούχων του 1967, ενώ ακολούθησε το Διηπειρωτικό του 1976. Η κορυφή της τεράστιας καριέρας του ήταν όμως το Μουντιάλ του 1974 (σ.σ.: εμφανίστηκε σε 4 διοργανώσεις), το οποίο σήκωσε μέσα στο σπίτι του. Εκεί ψηφίστηκε κορυφαίος της διοργάνωσης, όπως και για τρεις χρονιές (1975, 1977, 1978) βραβεύτηκε ως καλύτερος Γερμανός παίκτης γενικά, ενώ εννέα φορές του δόθηκε η διάκριση του καλύτερου κάτω από τα δοκάρια στη Μπουντεσλίγκα και μία (1975) της Ευρώπης. Για όλα αυτά και για 95 λόγους (οι εμφανίσεις του με την Εθνική, όπου έκανε 38 clean sheets) ο «Γάτος του Anzing» όπως τον αποκάλεσαν, είναι ο καλύτερος Γερμανός τερματοφύλακας όλων των εποχών. Για του λόγου το αληθές, η FIFA τον έχει συμπεριλάβει στους 100 σημαντικότερους όλων των θέσεων στην ιστορία του ποδοσφαίρου!

 

Πηγή: Gazzetta

 

Οι ειδήσεις της Κατερίνης και της Πιερίας με ένα κλικ.