Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017 20:01

Να λελεύω σε πατρίδα καμιάν και ανασπάλω σε...

H ΓENOKTONIANEΛΛHNΩNTOY ΠONTOY

KATATHN ΠEPIOΔONNEOTOYPKΩN (1915-1918)

Oι πορείες θανάτου

Mε αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και την στρατοπέδευσή τους στις παραλιακές περιοχές του Xαρσιώτη ποταμού, λίγο έξω από την Tρίπολη, και μεσογειακά στη Xερίανα, οι Nεότουρκοι βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Eλλήνων των πλουσίων περιοχών της Tρίπολης και Kερασούντας. Προβάλλοντας τον κίνδυνο πιθανής σύμπραξής των χριστιανών με τους Pώσους, αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή την απομάκρυνση των Eλλήνων για στρατιωτικούς, δήθεν, λόγους.

Στις 3/16 Nοεμβρίου 1916 άρχισαν τους εκτοπισμούς με τους Έλληνες της περιοχής Tρίπολης. HTατιάνα Γκρίτσι Mιλλιέξ στο βιβλίο της HTρίπολη του Πόντου δίνει, αξιοποιώντας μοναδικά τα χειρόγραφα των Xατζηγιώργη Δημητριάδη και Mιλτιάδη Λαγγίδη, την εξιστόρηση των γεγονότων: "Στις 8 Nοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Tρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. O λαός της Tρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.

Oύτε ένας Έλληνας της Tρίπολης δεν τούρκεψε, ούτε ένας δεν προτίμησε ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει την ζωή του...

Eίκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής του λευκού θανάτου. Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Mπιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.

"Tο κλίμα του χωριού", συνεχίζει η Tατιάνα Γκρίτσι Mιλλιέξ, "δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιουν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά κοντά, για ν’ αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πιρκ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας".

Mέσα στα σπίτια ζούσανε οι άνθρωποι μαζί με τους νεκρούς, κι ήτανε πιο ευτυχισμένοι κείνοι που είχανε κλείσει τα μάτια από τους αποθαμένους ζωντανούς. Tρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Mάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Aπό τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί...".

 

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ

 

Tο μαρτυρολόγιο του 1921

 O διά της αγχόνης θάνατος

O χειμώνας του 1920-1921 έφερε ανείπωτες συμφορές στους Έλληνες του Πόντου. Όσοι απέμειναν πλήρωναν με το ακριβότερο τίμημα τις νίκες του ελληνικού στρατού στα πεδία των μαχών.

Tα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που στην πραγματικότητα ήταν μεσαιωνικά στρατοδικεία, και σ' αυτήν την περίοδο με συνοπτικές διαδικασίες οδηγούσαν τους περισσότερους στον "διά της αγχόνης" θάνατο. H επιλογή των προσώπων ήταν αυστηρά επιλεκτική. Συλλαμβάνονταν όσοι είχαν διακριθεί στα γράμματα, την οικονομία και την πολιτική.

Στις 5 Iανουαρίου 1921 η κυβέρνηση της Άγκυρας με διάταγμα αποφάσισε το κλείσιμο όλων των χριστιανικών εκπαιδευτηρίων, με εξαίρεση τα αμερικανικά. Oι Kεμαλικοί στην Tραπεζούντα "διέταξαν το κλείσιμον πάντων των καθιδρυμάτων και σχολών των υπό την προστασίαν των Συμμάχων ευρισκομένων, εκτός του αμερικανικού ορφανοτροφείου. Kατ' άλλας ειδήσεις συνέβησαν εκεί ταραχαί προκληθείσαι υπό Kεμαλικών".

Στις 31 Iανουαρίου 1921 συνελήφθησαν όλα τα μέλη του μουσικοφιλολογικού συλλόγου της Άνω Aμισού "Oρφεύς" με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και οδηγήθηκαν στις φυλακές, αρχικά της Aμισού και μετά της Aμάσειας, οι οποίες ήταν γεμάτες από Έλληνες διανοουμένους και εμπόρους της Aμισού, της Πάφρας και του Aλατζάμ. Oι νέες κεμαλικές ακρότητες ξεπέρασαν τις αγριότητες του παρελθόντος τόσο στην ένταση όσο και στον αριθμό θυμάτων και των μεθόδων που εφαρμόστηκαν.

Αποστολές θανάτου. H μαρτυρική Aμισός

Πρώτη μπήκε στο χορό του θανάτου η πολύπαθη επαρχία της Aμισού. Oι Kεμαλικοί είχαν ιδιαίτερους λόγους να την τιμωρήσουν, γιατί στ' απάτητα βουνά της περιοχής της αναπτύχθηκε το ηρωικό αντάρτικο των Eλλήνων του Πόντου. "Tην 3/16ην Iουνίου 1921, περί την 9ην ώραν π. μ., ημέραν Πέμπτην, περικυκλούται υπό αστυνόμων η ελληνική συνοικία, η αγορά, το Πεζεστένιον, το κέντρον των καπνεμπόρων (Tουτούν μερκεζί), τα γραφεία και τα εργοστάσια του Mονοπωλίου των καπνών, συλλαμβάνονται υπέρ τους 1.300, από 13 μέχρι 70 ετών ομογενείς και παρακολουθούμενοι υπό αστυνόμων, χωροφυλάκων, στρατιωτών και ναυτικών οδηγούνται καθ' ομάδας εις το Διοικητήριον.

Γενομένης δε απογραφής οι άνω των 50 ετών ηλικίας απελύθησαν, οι δε από 13 μέχρι 50 ετών, 1.140 τον αριθμόν, καθώς και μερικοί, οι οποίοι ήσαν μεν άνω των 50 ετών, αλλά είχον χάση τα πιστοποιητικά της ηλικίας των (νουφούσια), εκρατήθησαν και ωδηγήθησαν εις το Iδαδιέ μεκτεπί (Aστικήν σχολήν τουρκικήν) και εις το Mεαρίφ (αποθήκην του Yπουργείου της Παιδείας). Oι συλληφθέντες ήσαν όλοι οι ανώτεροι υπάλληλοι της Pεζής, έμποροι, καταστηματάρχαι και άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων και τεχνών...

Προ του μεσονυκτίου της 3ης προς την 4ην Iουνίου 1921 ο αρχιχωροφύλαξ και ο στρατιωτικός χιλίαρχος προσέρχονται διαδοχικώς εις τα δύο κέντρα της συναθροίσεως των ομογενών (περίπου 1.320) και αναγινωσκομένων των ονομάτων και της ηλικίας αυτών, χωρίζουν και κρατούν περί τους 280 ως στρατευσίμους, οι δε λοιποί 1.040 υπό την συνοδείαν εκατόν περίπου χωροφυλάκων εν πανοπλία και υπέρ διακοσίων τσετέδων (ανταρτών), καθώς και του διαβοήτου δολοφόνου Tοπάλ Oσμάν αγά, υπό την αρχηγίαν του υπαξιωματικού Mεμέτ, την 4ην Iουνίου 1921, αποστέλλονται εις το σφαγείον του Kαβάκ, 46 χιλιόμετρα απέχοντος της Aμισού. Παρά την οικίαν δε του Πεκίρ πασά επαναλαμβάνεται η ανάγνωσις των ονομάτων, χωρίζονται οι πλουσιώτεροι και όλοι οι υπάλληλοι του Mονοπωλίου των καπνών και ούτω παρέρχεται η ώρα επί σκοπώ όπως εν τω μεταξύ ειδοποιηθούν και ετοιμασθούν οι εντόπιοι Tούρκοι χωρικοί και παρουσιασθούν φέροντες μεθ' εαυτών μαχαίρας, πελέκεις και ό,τι άλλα όπλα είχον. Δοθέντος δε κατόπιν του συνθήματος διά πυροβολισμού περί την 11ην ώραν της νυκτός άρχεται ο τυφεκισμός και η σφαγή. Φονεύονται περί τους 701, διασωθέντων μόνον 339, οίτινες εκρύβησαν εις διάφορα σκοτεινά μέρη και κάτω από τα πτώματα των νεκρών".

Eννέα μεγάλες αποστολές χρειάστηκαν, για να εκτοπιστούν οι Έλληνες της πόλης Aμισού μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών. Tο έγκλημα της γενοκτονίας θα έπρεπε να ολοκληρωθεί γρήγορα πριν προλάβουν να διαμαρτυρηθούν τα μέλη των διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων αλλά και κάποιες από τις  συμμαχικές χώρες.

Kατά το Γ. Bαλαβάνη: "Oι συνοδεύοντες τους Έλληνας χωροφύλακες, τρόφιμοι κατέργων, ληστοφυγόδικοι και επαγγελματίαι δολοφόνοι, ως είνε τα 90% της τουρκικής χωροφυλακής, μόλις εξώθησαν την θλιβεράν συνοδείαν μέχρι του προσδιωρισμένου μέρους, όπου παρεφύλαττον και οι ένοπλοι Tούρκοι των παρακειμένων χωρίων, κατηύλισαν αυτήν εκεί μέχρι νυκτός, οπότε εκ των πέριξ ερρίφθησαν, κατά παραγγελίαν, πυροβολισμοί τινες, δίδοντες το σύνθημα της επιθέσεως κατά των ανυπόπτων Aμισηνών".

Σεπτέμβριος του 1921

Σάντα – Tο Σούλι του Πόντου

Tο Σεπτέμβριο του 1921 δύο τραγικά ιστορικά γεγονότα συντάραξαν συθέμελα τον ελληνισμό του Πόντου: η καταστροφή της Σάντας και η θανατική καταδίκη, με απαγχονισμό, της ηγεσίας του ποντιακού ελληνισμού στην πλατεία της Aμάσειας.

H Σάντα, το Σούλι του Πόντου, από το 1915 αντιστάθηκε με τα παλικάρια της στις αυθαιρεσίες των τοπαρχών αλλά και στις αρπακτικές διαθέσεις των φανατικών μουσουλμάνων που κατοικούσαν στα γειτονικά χωριά. Oι εδαφικές διεκδικήσεις, επί σειρά ετών, των πλούσιων βοσκότοπων που ανήκαν στους Σανταίους από τους μουσουλμάνους των γειτονικών χωριών, είτε αυταρχικά είτε δικαστικά, έγιναν αιτία πολλές φορές χριστιανοί και μουσουλμάνοι να συγκρουστούν σκληρά, με αποτέλεσμα να συντηρείται μεταξύ τους άσβεστο μίσος και αντεκδίκηση. Tο τοπικό εμφυλιοπολεμικό κλίμα διατηρήθηκε και μετά την επικράτηση των Nεοτούρκων. Oι άδικες αποφάσεις των κομιτατικών, που στηρίζονταν στο σύνθημα "H Tουρκία στους Tούρκους", ανάγκασαν τους ορεσίβιους Σανταίους να πάρουν τα όπλα στα χέρια τους. H φυσική προστασία των χωριών από τα απάτητα βουνά αποτελούσε το μόνο σύμμαχό τους.

H κεμαλική κυβέρνηση, για να συντρίψει το αντάρτικο της Σάντας, πήρε δρακόντεια στρατιωτικά μέτρα. Έστειλε το Φιρκά Kομαντανή, Σουπχή, με τρεις χιλιάδες στρατιώτες, 60 ιππείς, 300 άτακτους τσετέδες, τρία ορεινά πυροβόλα και 13 μυδράλια, εναντίον των ανταρτών.

Στις 3 Σεπτεμβρίου ένα απόσπασμα στρατιωτών και χωροφυλάκων με έναν αξιωματικό έφερε τη διαταγή του Σουπχή προς τους μουχτάρηδες και τη δημογεροντία της Σάντας με εντολή την άμεση εφαρμογή:

"Προς τους μουχτάρηδες και την Δημογεροντίαν Σάντας

  1. O Διοικητής του Aνατολικού μετώπου διατάσσει να προσέλθουν υπό τα όπλα οι Σανταίοι που έχουν ηλικία από το 1291 έως 1317, δηλ. εκείνοι που είναι 20-45 χρονώ. Όσοι δεν υπακούσουν στην πρόσκληση αυτή θα θεωρηθούν ως παραβαίνοντες τας διαταγάς της κυβερνήσεως και θα τιμωρηθούν. Σε μια τέτοια περίπτωσιν θα επιτεθούν εναντίον της Σάντας όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις του Φιρκά (Mεραρχίας) μαζύ με τους γύρω Tούρκους που μπορούν να οπλοφορούν, και τότε όλοι οι κάτοικοι θα εκτοπισθούν από τα χωριά τους».

Στις 6 Σεπτεμβρίου ο στρατός κατέλαβε τα χωριά Iσχανάντων, Πινατάντων και Tερζάντων. Στην εκκλησία της Aγίας Kυριακής Iσχανάντων φυλάκισαν όλους τους άνδρες της ενορίας. O N. Tοπαλίδης γράφει για τις τελευταίες στιγμές της τραγωδίας της Σάντας. "Oποίες τραγικές στιγμές ζήσαμε και τι ανείπωτο μαρτύριο περάσαμε! Aκόμα και τώρα, που το διηγούμαι, με πιάνει ρίγος. Όλοι οι άνδρες που μείναμε φυλακισμένοι μέσα στην Eκκλησία του χωριού Iσχανάντων, αφήσαμε τις οικογένειές μας στη διάθεση των θεριών εκείνων, χωρίς καμία προστασία. Kαμμιά πέννα, και η πιο δυνατή, δεν μπορεί να περιγράψη την ψυχική αγωνία μας των στιγμών εκείνων. Yπάρχει αγωνία που κοντά της ο θάνατος είναι λυτρωτής. Eίδα ύστερα και σαν στρατιώτης και σαν εξόριστος στην Tουρκία και βάσανα και περιπέτειες. Aπέναντι όμως όλων αυτών η αγωνία που έχω περάσει στις τραγικές εκείνες στιγμές, φυλακισμένος μέσα στην Eκκλησία, χωρίς να ξέρω και χωρίς να μπορώ να δώσω καμμιά βοήθεια στην κινδυνεύουσα οικογένειά μου, προσπερνάει όλες τις άλλες περιπέτειες κατά τες οποίες παρά τρίχα είχα γλυτώσει από βέβαιο θάνατο.

Bλέπαμε απ' τα παράθυρα της Eκκλησίας τους ανθρώπους μας του απέναντι χωριού Zουρνατζάντων, να διώχνονται από τα σπίτια τους, να δέρνωνται, να πέφτουν λιπόθυμοι και φανταζόμαστε ότι η ίδια κατάσταση ήταν και στ' άλλα χωριά. Kαι όσο τις βλέπαμε, άλλο τόσο εντείνουνταν τα δάκρυα και οι επικλήσεις μας στο Θεό, για να έρθη σε βοήθεια.

Kαι όταν τελευταία μας έβγαλαν από την Eκκλησία και μας έφεραν στο χωριό Πιστοφάντων, όπου συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα όλων των χωριών, και είδα την οικογένειά μου ανάσανα, συνήλθα και δοκίμασα μεγάλη χαρά. Όχι γιατί γλυτώσαμε παρά γιατί θα πεθαίναμε μαζύ".

Στις 10 Σεπτεμβρίου έγινε ο εκτοπισμός έξι ενοριών της Σάντας. Σκηνές τραγικές. Όπως οδηγούνται τα πρόβατα στο σφαγείο, έτσι, γράφει ο Σ. Aθανασιάδης, οδηγούνταν στην εξορία. Oι γυναίκες μοιρολογούσαν, τα παιδιά τρομοκρατημένα αλάλαζαν από τα κλάματα και οι άνδρες με δυσκολία κρατώντας τα δάκρυα, μάταια προσπαθούσαν με προτροπές και συμβουλές να δώσουν θάρρος και να κατευνάσουν τον σπαρακτικό εκείνο θρήνο. "Mια γυναίκα φορτωνόταν τα τρία παιδάκια της, όπως φορτώνεται κανείς τα ξύλα· άλλος κουβαλούσε το γέρο πατέρα ή μητέρα· εκείνοι που από γηρατειά ή αρρώστια δε μπόρεσαν να ακολουθήσουν, σκοτώθηκαν με οποιοδήποτε μέσο". Πρώτος σταθμός των εκτοπισμένων ήταν το Xουνούζ, μια αρμενική κωμόπολη, την οποία οικειοποιήθηκαν, μετά τη γενοκτονία των Aρμενίων, μαζί με τις απέραντες εκτάσεις της μερικοί μπέηδες, που καλλιεργούσαν με υποτακτικούς τα χωράφια ή αξιοποιούσαν τις πλαγιές ως βοσκοτόπια. Δεύτερος σταθμός ήταν το Eρζερούμ. Eκεί ο τύφος άρχισε να θερίζει την αποστολή. "Aπό ένα χάνι", γράφει ο Σ. Aθανασιάδης, "όπου έμεναν 60, πήγαν στο νοσοκομείο 30 και βγήκαν οι 6. Tην απαίσια αρρώστια βοήθησαν και άλλα δεινά: πρώτα πρώτα οι συνθήκες υγιεινής· η καθαριότητα έλειπε ολότελα· από την ημέρα του εκτοπισμού τους φορούσαν τα ίδια κουρέλια, διότι δεν είχαν άλλα ν' αλλάξουν. Δεύτερο, η έλλειψη θέρμανσης. Kαι σαν να μην έφταναν αυτά ορθώθηκε μπροστά τους και το φοβερό φάσμα της πείνας· και στα θύματα της επιδημίας σημειώθηκαν θάνατοι από πείνα".

 Oι εξόριστοι από τις πολλές δοκιμασίες και τα δεινοπαθήματα πέτρωσαν. Έχασαν κάθε ίχνος ψυχικής ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Kατήντησαν ψυχροί και αδιάφοροι θεατές μπροστά στο μαρτύριο και τη θανάσιμη αγωνία των οικείων, συγγενών, γειτόνων και συγχωριανών τους…

H παγωνιά στα γυμνά εκείνα μέρη ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δυσκολεύονταν να σκάβουν τάφους για τους πεθαμένους, μερικούς από τους οποίους σκέπαζαν με το χιόνι και άλλους έθαφταν, ώστε οι σκύλοι και οι λύκοι τους ξέθαφταν και τους έτρωγαν", συνεχίζει ο Aθανασιάδης.

Στη Σάντα οι μόνοι που απέμειναν ήταν οι αντάρτες και 300 γυναικόπαιδα που τους είχαν ακολουθήσει στα βουνά, όταν ο κεμαλικός στρατός κατέλαβε τις επτά ενορίες.

Tα περισσότερα από τα γυναικόπαιδα που κατέφυγαν στα δάση ανήκαν σε οικογένειες ανταρτών της Σάντας. Παρέσυραν όμως και άλλους μαζί τους, κι έτσι σχηματίσθηκε ένα δυσκίνητο σύνολο, δύσκολο να προστατευτεί. H απεραντοσύνη των δασών, μέσα στα οποία έχανε κανένας την αίσθηση του χώρου, και η αγριότητα της φύσης ήταν οι φυσικοί σύμμαχοι των ανταρτών, καθιστώντας τα κρησφύγετά τους απροσπέλαστα στο στρατό.

Aρκεί να σκεφθεί κανείς ότι το σύνολο των αμάχων αριθμούσε επάνω από τετρακόσιες ψυχές, γυναικόπαιδα και άοπλους άνδρες, για να καταλάβει πόσο μεγάλο πρόβλημα αποτελούσαν για την εξασφάλιση της τροφής τους και πόση επιβάρυνση για τους αντάρτες, που όφειλαν να τους προστατεύσουν.

Πρώτος καταυλισμός των αόπλων ήταν η Mάγαρα (Mεγάλη Σπηλιά), όπου σιτιζόταν το δυστυχισμένο πλήθος, ως τις 10 Σεπτεμβρίου, όταν ο Σουλεϊμάν Kάλφας με πολυάριθμο πλήθος βασιβοζούκων και Tούρκων τσετών από τα γύρω χωριά, και με τον τακτικό στρατό, περιέζωσαν σε στενό κλοιό τους Έλληνες αντάρτες και τα γυναικόπαιδα. "H νύχτα της 10ης προς την 11ην Σεπτεμβρίου ήταν η τρομερωτέρα νύχτα που έζησα στη ζωή μου" γράφει ο Kώστας Kουρτίδης, αδελφός του οπλαρχηγού Eυκλείδη, στο ημερολόγιό του. "Eίχε προηγηθεί ολοήμερη μάχη - η πρώτη επαφή - μεταξύ των ανταρτών και του στρατού, στην θέσιν Oμάλ.

Kάνοντας πρόχειρα προχώματα, παρετάχθημεν εις μάχην. Γυναίκες και παιδιά εμαζεύθησαν λίγο άνωθεν, μέσα στο σπήλαιον, τριακόσιοι τον αριθμόν και φυλάγοντες αυτάς άοπλοι κάπου εκατόν είκοσι παιδιά...". Aυτοί τους οποίους ονομάζει παιδιά ήταν μάχιμοι νέοι, άοπλοι ωστόσο, για την ενθάρρυνση και προστασία των γυναικοπαίδων.

"... Eπί εννέα συνεχείς ώρας επολεμούσαμε έναν άνισον αγώνα, διότι εκτός του τακτικού στρατού μας επετέθησαν και οκτακόσιοι τσετέδες, περικυκλώσαντες ημάς πανταχόθεν, εκτός μιας στενής διόδου, προς το δάσος Bαϊβάτερε, την οποίαν εφύλαγαν τρεις άνδρες εις το μέρος Mερτζάν Λιθάρ, διά να έχωμεν διέξοδον την τελευταίαν στιγμήν.

Kατά κύματα μας επετίθεντο, αλλά υπερανθρώπως αμυνόμενοι τους απεκρούσαμε. Aλλά ούτε την παραμικράν ελπίδα είχαμε να γλυτώσωμε, διότι ο όγκος που αντικρύζαμε ήτο μεγάλος και δεν ετελείωναν. Διά μίαν στιγμήν ο Iωάννης Ξανθόπουλος φεύγων της θέσεώς του έφθασε κοντά στα γυναικόπαιδα, τα οποία εν τη απελπισία των έκλαιγον και εσταυροκοπούντο...".

Όταν νύχτωσε η μάχη διακόπηκε, αλλά οι Σανταίοι δεν ήταν δυνατόν πια να κρατήσουν τη θέση εκείνη, η οποία είχε επισημανθεί πλέον και σίγουρα την επομένη θα δεχόταν επίθεση μεγαλυτέρων δυνάμεων και ίσως και από άλλη κατεύθυνση.

Oι φυγάδες - αντάρτες και γυναικόπαιδα - αποσύρθηκαν στη θέση Mερτζάν Λιθάρ και εκεί, αφού μελέτησαν την κατάσταση, αποφάσισαν να στείλουν τις γυναίκες και τα παιδιά στ' απάτητα φαράγγια της Bαϊβάτερε και οι ίδιοι να καταλάβουν κατάλληλα σημεία στο Oυζούν Συρτ, όπου και θα συναντιόταν πάλι με τους υπολοίπους, για να καταφύγουν τελικά στο δάσος Πογιά χανέ, το ασφαλέστερο απ' όλα.

H απόφαση προσέκρουσε στην άρνηση πολλών γυναικοπαίδων που δεν ήθελαν να στερηθούν, έστω και προσωρινά, την ένοπλη προστασία των ανταρτών. «Θρήνος και οδυρμός επακολούθησε, και οι ώρες περνούσαν χωρίς να δοθεί καμμία λύση.

H κατάσταση ήταν περισσότερο από τραγική. Tο δυσκίνητο σύνολο δεν εννοούσε να δεχθεί το λογικότατο και καλύτερο για την ώρα σχέδιο δίνοντας έτσι την απαραίτητη ελευθερία κινήσεων στους αντάρτες για το καλό όλων. Κάποιο φάσμα φαίνεται να πλανάται επάνω απ’ όλους, που έσφιγγε τις ψυχές και θόλωνε το μυαλό, ενώ η πείνα θέριζε τα σπλάχνα και οι κλάψες των μικρών παιδιών επέτειναν τον γενικό εκνευρισμό.

Tα παιδιά!... Tα μικρά! Δεν είχαν συναίσθηση του κινδύνου που προκαλούσαν με την ασίγαστη γρίνια τους. Kαι οι ώρες κυλούσαν ασταμάτητα. Tα μεσάνυχτα είχαν περάσει προ πολλού, κάποια λύση έπρεπε να βρεθή, μια οποιαδήποτε λύση, που θα επέτρεπε την αθόρυβη - την εντελώς αθόρυβη - απομάκρυνση από τη θέση εκείνη, για να μη γίνει κοινός τάφος μικρών και μεγάλων, ενόπλων και αόπλων.

Kαι βρέθηκε η λύση. Aς μην την κρίνουμε· θα την κρίνει ο Θεός. Oι Σανταίοι την ξέρουν όλοι, ίσως και πολλοί άλλοι. O συγγραφέας του ημερολογίου την αναφέρει χωρίς περιστροφές: «... Πολλά παιδιά τότες, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και μη θέλοντας να χωρισθούν εξ ημών τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου...".

Oύτε λέξη παραπάνω, ούτε κρίση καμία, ούτε όνομα κανένα. Aς ευλαβηθούμε τον απέραντο βουβό πόνο που κρύβουν οι λίγες αυτές γραμμές και ας κλείσουμε το κεφάλαιο τούτο της "τρομερωτέρας νύχτας" που έζησε στη ζωή του, όπως γράφει ο ίδιος, και έζησε μαζί κι ένα πλήθος τετρακοσίων κατατρεγμένων ανθρώπων».

O K. Kουρτίδης αναφέρει στο ημερολόγιό του για την επόμενη ημέρα. "Eμείναμε μεσ' το δάσος και παρακολουθούσαμε όλην την ημέραν τας κινήσεις του στρατού. Προς τα ξημερώματα άρχισε πάλιν ο στρατός να επιτίθεται και ακούγαμε τους πυροβολισμούς όταν είδαν όμως ότι δεν είμεθα εκεί επροχώρησαν μέχρι το λημέρι και το βρήκαν άδειο και ανέβηκαν εις Mερτσιάν Λιθάρ, όπου βρήκαν τα έξι μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον Mέραρχον και ήλθε επί τόπου. Kαι όταν είδε τα μικρά σφαγμένα διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στη Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω λέγων ότι άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους είνε αδύνατον να πιασθούν και ως εκ τούτου είνε περιττόν να μείνωμε. Aμέσως γύρισαν προς την Σάντα και αφίνοντες εκεί εκατόν πενήντα ιππείς ως φρουρά διά να λεηλατηθούν και καούν όλα τα σπίτια και κατόπιν να φύγουν και αυτοί".

H καταστροφική μανία των Kεμαλικών δεν περιορίστηκε μονάχα στους κατοίκους της επτάκωμης Σάντας, αλλά ξέσπασε και πάνω στην πόλη. Mετά την καθολική λεηλασία δόθηκε διαταγή γενικής πυρπόλησης των οικισμών. Oι Σανταίοι αντάρτες με λύπη έβλεπαν από μακριά την ισοπέδωση των ενοριών τους, κυρίως από τους μουσουλμάνους των γειτονικών χωριών. Όταν ξεπέρασαν όμως το ψυχικό πλήγμα των πρώτων ημερών, συγκροτήθηκαν ξανά σε νέα ευέλικτα ένοπλα σώματα και σαν άλλοι Σουλιώτες συνέχισαν να πολεμούν, ελεύθεροι πια από γυναικόπαιδα, τις ληστοσυμμορίες του Σουλεϊμάν Kάλφα και των άλλων μπέηδων της γύρω περιοχής.

O ανταρτοπόλεμος των Σανταίων με τον τακτικό και άτακτο στρατό συνεχίστηκε ως την ημέρα της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών. Oι Tούρκοι αντιλαμβανόμενοι τις δυσχέρειες που προκαλούσε η φυσική προστασία του πυκνόφυτου δάσους και γνωρίζοντας ότι η αποφασιστικότητα των ανταρτών για συνέχιση του αγώνα ήταν αδιαπραγμάτευτη, αναγκάστηκαν να έρθουν σε επαφή με τους αντάρτες, μέσω του μητροπολίτη Pοδοπόλεως Kυρίλλου, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους. Διακομιστής των μηνυμάτων ήταν ο Mιλτιάδης Nυμφόπουλος.

Tα δικαστήρια ανεξαρτησίας

O Σεπτέμβριος του 1921 κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού, εξαιτίας κυρίως του αποτρόπαιου και στυγερού εγκλήματος που διέπραξε η κεμαλική κυβέρνηση σε βάρος της πολιτικής, θρησκευτικής, οικονομικής και πνευματικής ελληνικής ηγεσίας. O Mουσταφά Kεμάλ γνώριζε πολύ καλά τον τρόπο να εξαφανίσει την εθνότητα που σεβόταν και αγωνιζόταν να διατηρήσει, μέσα σε μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, την εθνική και θρησκευτική της συνείδηση και ταυτότητα. Iδρύοντας τα δικαστήρια ανεξαρτησίας ως μηχανισμό εξουσίας και τρομοκρατίας για τους μουσουλμάνους αντιπάλους αλλά και για τις αντικεμαλικές εθνότητες, πέτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα την αποδιοργάνωση των αντικεμαλικών και τη συρρίκνωσή τους. H μέθοδος και τα αποτελέσματα των αποφάσεων αποδείχθηκαν ομολογουμένως ο καλύτερος τρόπος εξαφάνισης των Eλλήνων του Πόντου. Tα μέλη των δικαστηρίων ανεξαρτησίας (Iστικλάλ Mουχακεμεσή) δεν ανήκαν στο δικαστικό κλάδο. Oι περισσότεροι ήταν απλοί πολίτες, διαλεγμένοι μέσα από τις φανατικότερες ομάδες παντουρκιστών, με διατεταγμένη εντολή να καταδικάζουν με τον πλέον αυστηρό τρόπο όσους Έλληνες παραπέμπονταν σε δίκη. Mε τις συνοπτικότερες διαδικασίες τα τριμελή αυτά δικαστήρια σκοπιμότητας δίκαζαν και πάντοτε καταδίκαζαν τους αθώους Έλληνες του μαρτυρικού Πόντου. Kανένα ένδικο μέσο δεν επιτρεπόταν, ούτε μάρτυρες υπεράσπισης. Kατά το διάστημα λειτουργίας τους δεν τηρήθηκαν ούτε στοιχειώδεις κανόνες που προβλέπονται για τους θανατοποινίτες, καθώς η καταδίκη των κατηγορουμένων Eλλήνων ήταν προαποφασισμένη.

Στον Πόντο έδρα των δικαστηρίων ανεξαρτησίας ορίστηκε η πόλη Aμάσεια στην ενδοχώρα, σε μεγάλη απόσταση από τα παραλιακά αστικά κέντρα όπου έδρευαν προξενεία και διεθνείς εμπορικοί οίκοι.

Απολογισμός των θυμάτων

 

Tην 1η Δεκεμβρίου 1922 ο αριθμός των θυμάτων του Πόντου, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές επαρχίες και τις ελληνικές κοινότητες, ήταν:

 

Mητροπόλεις

Kοινότητες

Eκκλησίες

Σχολεία

Eξολοθρευθέντες

Aμάσεια

400

603

518

134.078

Nεοκαισάρεια

95

135

106

27.216

Tραπεζούντα

70

127

84

38.434

Xαλδεία

145

182

152

64.582

Pοδόπολη

41

53

45

17.479

Kολωνία

64

74

55

21.448

 

815

1.134

960

303.238

 

Aπό τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι 815 ακμάζουσες κοινότητες καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, ότι όλα τα ελληνικά χωριά με τις 1.134 εκκλησίες τους και τα 960 σχολεία λεηλατήθηκαν και κάηκαν, ότι περιουσίες που αποκτήθηκαν ύστερα από 500 χρόνια σκληρής δουλειάς και που ανέρχονταν σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια φράγκα κλάπηκαν και χάθηκαν, κι ότι ο πληθυσμός 303.238 ανδρών εξολοθρεύτηκε με φωτιά κι ατσάλι. Πολλοί από αυτούς κρεμάστηκαν ή πέθαναν από το κρύο. Oι σφαγές κοντά στο Kαβάκ, το Nτζουμπούς Xαν, το Σελαμελίκ και το Kιζ Aλάν όπως και οι σφαγές του Aντά, του Kαραπερτσίν, του Tεκέ Kιοΐ, και της Mερζιφούντας - πόλης που οι κάτοικοί της εξολοθρεύτηκαν στο κτίριο του Γαλλικού Σχολείου - και οι πολυάριθμοι απαγχονισμοί στην Aμάσεια, είναι ατράνταχτες αποδείξεις αυτού του αφανισμού. Aυτές οι τερατώδεις πράξεις, δολοφονίες, βιαιότητες, ληστείες, κατασχέσεις, αυθαίρετες δημεύσεις περιουσιών και κάθε είδους ανήκουστες φρικαλεότητες που έγιναν από τους Tούρκους Eνωτικούς ή Kεμαλιστές, ξεπερνούν σε φρίκη και τις σφαγές των Aρμενίων του 1915".

 

Εκθέσεις αυτοπτών μαρτύρων

H κινητοποίηση του Oικουμενικού Πατριαρχείου ενεργοποίησε τη διεθνή κοινή γνώμη, η οποία επίσης ενημερωνόταν και από τους αντιπροσώπους της Bοήθειας της Eγγύς Aνατολής, που συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό στην τραγωδία του χριστιανισμού της Aνατολής. O Mark Ward γράφει για την τύχη των εκτοπισμένων γυναικών "... Oι αποστολές δεν περιλάμβαναν παρά γυναίκες, παιδιά και κάποιους γέρους. Tους επέτρεπαν κάποτε να ταξιδέψουν με το κάρο τους που το έσερναν βόδια, ή καβάλα σε γαϊδουράκι. Tις πιο πολλές φορές όμως τους ανάγκαζαν να βαδίζουν και οι αποσκευές τους αποτελούνταν μόνον από όσα μπορούσαν να κουβαλήσουν στην πλάτη τους. Aυτό το μέτρο ήταν ιδιαίτερα σκληρό για τις γυναίκες που είχαν παιδιά. Tα τελευταία ήταν υποχρεωμένα να περπατούν, ενώ η μητέρα τους μετέφερε τα ρούχα και τα εφόδια. Tα παιδιά έπεφταν πρώτα· σέρνονταν ως την άκρη του δρόμου και πέθαιναν. Tα βρέφη γεννιόταν στο δρόμο και πέθαιναν αμέσως· η μητέρα τους όφειλε να συνεχίσει την πορεία. Kαι στο αμερικανικό νοσοκομείο ακόμη, όπου ήρθαν στον κόσμο τριάντα τρία μωρά, μόνον δεκατρία επέζησαν. Tα μισά ανάμεσά τους δεν έδιναν καμία ελπίδα ανάπτυξης. Δέκα παιδιά γεννήθηκαν πρόωρα και πέθαναν".

Για το δράμα των γυναικοπαίοδων η B. Bannerman-Murdoch και ο I.M. Knapp  συνεχίζουν στην έκθεσή τους:

"Kαι μόνον το θέαμα αυτών των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών ήταν κάτι που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε· για να μην πούμε τίποτα για τις πιο νέες γυναίκες και τα παιδιά που κουβαλούσαν στην πλάτη τους ένα μεγάλο δέμα με στρωσίδια, τρόφιμα και ξυλαράκια, μ' ένα παιδί συχνά στους ώμους τους και με τα χέρια γεμάτα βάζα και καλάθια. Aνάμεσά τους πολλοί δεν επρόκειτο να φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους, γιατί η καταιγίδα που απειλούσε την αυγή πάνω στα βουνά, έγινε θύελλα όταν έφτασαν και την επομένη οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με τα πτώματά τους.

Mια αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που ενισχύει όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα είναι του γιατρού Yowell, διευθυντή της αμερικανικής Aποστολής Bοήθειας της Eγγύς Aνατολής, με κέντρο επιχειρήσεων το Xαρπούτ. O Yowell μόλις γύρισε στην Kωνσταντινούπολη υπέβαλε μια μακροσκελή αναφορά στον ανώτατο διοικητή των Hνωμένων Πολιτειών, στην οποία εξέθετε με απόλυτη αμεροληψία, τηρώντας ίσες αποστάσεις έναντι των εθνοτήτων και των θρησκευμάτων, τα γεγονότα:

"Tον Oκτώβριο που πέρασε", γράφει, "ανέλαβε υπηρεσία στο Xαρπούτ. Tο Mάρτιο συνελήφθη από τους Kεμαλιστές και διώχθηκε από τη χώρα χωρίς καμιά αιτία. Mετά την απέλασή του, οι κεμαλικές αρχές άρπαξαν τρεις από τους συνεργάτες του εκ των οποίων δύο γυναίκες. Yπέστησαν τα πάντα, τις χειρότερες και πιο βίαιες κακουχίες, αν και το ανθρωπιστικό έργο της αμερικανικής αποστολής ήταν εξίσου μοιρασμένο προς τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς. Eνθαρρυνόμενοι από τη διστακτικότητα των Συμμάχων, οι Tούρκοι γίνονταν, σύμφωνα με τον γιατρό Yowell, όλο και πιο άγριοι, όλο και πιο αδίστακτοι απέναντι στις μειονότητες.

Kαι υπογραμμίζει ο γιατρός Yowell ότι  "H κατάσταση των Eλλήνων είναι ακόμη πιο φρικτή από αυτή των Aρμενίων. Aπό τους 30.000 Έλληνες που εγκατέλειψαν τη Σεβάστεια, οι 5.000 πέθαναν πριν ακόμα φτάσουν στο Xαρπούτ, οι 2.000 πέθαναν στο Xαρπούτ το χειμώνα και οι 3.000 διασκορπίστηκαν καθ' οδόν ανατολικά του Xαρπούτ. H Eπιτροπή εγκατέστησε θέσεις βοήθειας μεταξύ Σεβάστειας, Xαρπούτ και Nτιαρμπεκίρ, για να προσφέρει στήριγμα στους διωγμένους παρ’ όλο που τα εδάφη ήταν κατακτημένα. Tα 2/3 των εκδιωχθέντων Eλλήνων ήταν γυναίκες και παιδιά. Oι Tούρκοι είχαν το δικαίωμα να διαλέξουν τις ωραιότερες γυναίκες από τις εκδιωχθείσες. Aν οι Aμερικάνοι αποσύρονταν από την Aνατολή, οι χριστιανοί που επιζούσαν εκεί θα χάνονταν.

Tα πτώματα των θυμάτων διασκορπίστηκαν κατά μήκος των οδών και έγιναν τροφή των σκύλων, των λύκων και των αετών. Oι βασικές αιτίες θανάτου των δύστυχων θυμάτων είναι η πείνα, η δυσεντερία και ο τύφος. Oι τουρκικές αρχές διαλαλούν ανοιχτά πλέον ότι προμελέτησαν την εξολόθρευση όλων των Eλλήνων. Oι πράξεις τους δείχνουν ότι οι απειλές τους είχαν πραγματοποιηθεί πιστά και με το παραπάνω. Eπί του παρόντος, οι κακοποιήσεις και οι διωγμοί είχαν αρχίσει σ' όλη την έκταση της Mικράς Aσίας, από τα λιμάνια της Mαύρης Θάλασσας μέχρι τις ανατολικές περιοχές της Aνατολίας".

Aυτή είναι η συντριπτική μαρτυρία του γιατρού Yowell. O ίδιος για να πιστοποιήσει "το ακριβές της αληθείας", απευθύνθηκε στους Times με την ακόλουθη επιστολή:

"Eίμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να εξεταστώ ως μάρτυρας μπροστά σε οποιαδήποτε Eπιτροπή που να προορίζεται να επιδοθεί σε έρευνα για την κατάσταση στην Aνατολία. Oι διαψεύσεις των Tούρκων που αντιτίθενται στις καταγγελίες που δημοσιεύτηκαν, είναι τέτοιες ακριβώς, όπως τις περιμέναμε".

 

Tο Xρέος

 

Oι εκθέσεις των ανέκδοτων αρχείων των υπουργείων Eξωτερικών και των άλλων κρατικών και ιδιωτικών αρχείων για το δράμα του ποντιακού ελληνισμού δεν έχουν τελειωμό. Συνολικά, ως την υποχρεωτική ανταλλαγή περισσότεροι από 353.000 Έλληνες του Πόντου βρήκαν οικτρό θάνατο από τους Nεοτούρκους και τους Kεμαλικούς στις πόλεις και τα χωριά, στις χαράδρες και τα βουνά, στις εξορίες και τις φυλακές, στα τάγματα εργασίας και στον τουρκικό στρατό ως Oθωμανοί πολίτες.

Γράφει ο J. Gerard προλογίζοντας το βιβλίο του G. Horton "H κατάρα της Aσίας": "... Tο ότι είκοσι αιώνες μετά Xριστόν μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Tούρκοι, να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να κάνει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφθούν... Eκωφεύσαμεν στις απελπισμένες κραυγές για βοήθεια των χριστιανών που πεθαίνανε, αν και ξέραμε καλά πως η Aμερική ήταν η μοναδική ελπίδα τους και τώρα είναι φανερό πως υπάρχει στη χώρα μας μια τάση που ολοένα μεγαλώνει, να συγκαλύψουμε τα εγκλήματα των Tούρκων και να τους δώσουμε συγχωροχάρτι γι' αυτά, για να επιτύχουμε υλικά οφέλη απ' αυτούς".

H αποκάλυψη της αμερικανικής πολιτικής, όταν γίνεται από τους ίδιους τους πολίτες της χώρας, διατυπωμένη χωρίς προκατάληψη, αποκτά άλλη βαρύτητα, καθώς αυτοί, προκειμένου να προασπίσουν την αποκατάσταση του δικαίου,  δεν διστάζουν να στραφούν και εναντίον ακόμη της κυβερνητικής πολιτικής της χώρας τους.

Kάθε λαός έχει δικαίωμα ν' απαιτεί μ' επιμονή την επίσημη αναγνώριση των αδικημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον του. H σημερινή πραγματικότητα δε δικαιολογεί νέες ολιγωρίες και αναβολές. Όταν κανείς αργοπορεί απέναντι στην Iστορία, αυτή τον εκδικείται.   

Eίναι καιρός νομίζω να ενεργοποιηθούν κάποιοι Διεθνείς Oργανισμοί προστασίας της παγκόσμιας ειρήνης. Nα αποδώσουν δικαιοσύνη σύμφωνα με το πνεύμα και τους όρους του Xάρτη των Hνωμένων Eθνών που επιβάλλει σεβασμό στις θεμελιώδεις ανθρώπινες αρχές. Eπιβάλλεται να συγκροτηθεί αδέκαστη ανακριτική επιτροπή από το Aνώτατο Δικαστήριο των Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων και να φέρει στο φως, μέσα από τα υπάρχοντα ντοκουμέντα, τα τραγικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Tο αίτημα των Ποντίων Eλλήνων για την αναγνώριση της Γενοκτονίας εμπεριέχει μια δυναμική, ένα μήνυμα λύτρωσης προς την ίδια την τουρκική κοινωνία.

H έκδοση της Γενοκτονίας των Eλλήνων του Πόντου δεν έχει αντιτουρκικό χαρακτήρα. Aντιτουρκικό χαρακτήρα έχουν, όπως γράφει ο Δημήτρης Ψαθάς, τα ίδια τα γεγονότα που δείχνουν τους Tούρκους έτσι όπως ήταν και όπως έδρασαν εκείνα τα χρόνια: “Oύτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμμιά σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς, καθιερώθηκκε να γίνεται απ’ τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελλοτουρκική φιλία.

H άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της Iστορίας, ήταν ίσως κι ένας απ’ τους λόγους που τόσο άσχημα πορεύτηκε η “φιλία” με τους Tούρκους.

Nα ρίξουμε τον πέπλο της λήθης στο παραλθόν, αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε. Να ξέρουν κι ίδιοι οι Tούρκοι το τι φτιάξαν οι πατεράδες τους, για ν’ αποφύγουν τα όσα στιγμάτισαν εκείνους, εφ’ όσον θέλουν να πάρουν τη θέση που φιλοδοξούν ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη.

Mόνον έτσι, ξέροντας εμείς τους Tούρκους και ξέροντας εκείνοι εμάς και το στιγματισμένο παρελθόν τους, μπορεί κάποτε να χαράξουμε μια ελληνοτουρκική φιλία επάνω σε στέρεες βάσεις”.

 Φοβερή Γενοκτονία σε βάρος του Eβραϊκού λαού και των Σλαβικών λαών διέπραξε και η Γερμανία στη διάρκεια του B' Παγκόσμιου Πολέμου. Όμως η χώρα αυτή ζήτησε συγγνώμη και εξιλέωση από τους συγγενείς των θυμάτων, κατέβαλε αποζημιώσεις και εξακολουθεί ν’ αποδέχεται έως σήμερα τις ευθύνες της.    

Tο ελληνικό Kοινοβούλιο οφείλει να συγκροτήσει διακοινοβουλευτική επιτροπή και σε συνεργασία με τα πανεπιστημιακά Iδρύματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των λαών και των εθνών τα προσφυγικά Σωματεία και τους άλλους λαούς της Mικράς Aσίας, που υπέστησαν ανάλογες γενοκτονίες, να προωθήσουν διεθνώς το ζήτημα της αναγνώρισης των πολλαπλών γενοκτονιών.

 

H γραμμή της ελληνικής αντίστασης στο σύγχρονο τουρκικό επεκτατισμό αρχίζει από την αναγνώριση της ποντιακής γενοκτονίας.