Οι ανασκαφές στη Μεθώνη και τη «χώρα» της

Γράφτηκε από τον 

14 χρόνια ανασκαφικού έργου, παρουσιάστηκε από τους αρχαιολόγους Μ. Μπέσιο, Αθ. Αθανασιάδου και Κ. Νούλα

 

Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Ζαμαντζάς

 

 

Μια συνολική εικόνα του ανασκαφικού έργου στην βόρεια Πιερία (με επίκεντρο τις ανασκαφές στη Μεθώνη και τη «χώρα» της) παρουσίασαν οι αρχαιολόγοι Μάνθος Μπέσιος, Αθηνά Αθανασιάδου και Κωνσταντίνος Νούλας στο «ετήσιο φόρουμ της Θεσσαλονίκης», όπου παρουσιάζεται το αρχαιολογικό έργο Μακεδονίας και Θράκης.

 

Τα 14 χρόνια ανασκαφής, έρευνας και μελέτης επιτρέπουν πλέον στους αρχαιολόγους να μιλούν με περισσότερη βεβαιότητα για τη διαχρονική σημασία της περιοχής. Μοναδικά ευρήματα (όπως πχ το «Υπόγειο» ή η καλύτερη σωζόμενη αρχαϊκή αγορά του Ελλαδικού χώρου), αναδεικνύουν τη βόρεια Πιερία, σε έναν ιδιαίτερο αρχαιολογικό τόπο, όχι μόνο από πλευράς επισκεψιμότητας, αλλά κυρίως από πλευράς αρχαιολογικής και ιστορικής μελέτης.

 

14 χρόνια ανασκαφών σε μια εισήγηση

Οι ανασκαφές στον οικισμό της Μεθώνης, αποικίας των Ερετριέων, ξεκίνησαν μόλις το 2003, αρχικά από την ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και στη συνέχεια από την ΚΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, και απέδωσαν ιδιαίτερα πλούσια ευρήματα.

Ο οικισμός της Μεθώνης αναπτύσσεται σε δύο συνεχόμενους λόφους και στην επίπεδη ζώνη βόρεια τους, που κατά την αρχαιότητα έφτανε έως την θάλασσα: ο ανατολικός είναι χαμηλός και πιο ομαλός, ενώ ο δυτικός αρκετά ψηλότερος, με πιο απότομες κλίσεις.

Η διαμόρφωση της ανατολικής πλαγιάς του χαμηλού λόφου έχει σαφή ίχνη της διάβρωσης του από την δράση των κυμάτων της θάλασσας. Η ανασκαφή στο αγροτεμάχιο 274 έδειξε ότι εδώ είχαμε συνεχή κατοίκηση από τη Νεότερη Νεολιθική εποχή μέχρι το 354 π.Χ. Η διάβρωση όμως από τη θάλασσα περιόρισε σε σημαντικό βαθμό την έκταση του λόφου, ώστε μόλις να διασωθεί το δυτικό άκρο των οικιστικών φάσεων της Νεότερης Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.

Όμως μικρή ανασκαφική έρευνα στην ανατολική πλαγιά του (αγροτεμάχιο 278), έδειξε ότι τουλάχιστον από την αρχαϊκή εποχή εξαπλώθηκε και εδώ ο οικισμός. Αυτό βέβαια αποτελεί σαφή ένδειξη ότι είχε ήδη δημιουργηθεί εδώ μια παράλια ζώνη, που δεν επέτρεπε τα κύματα να διαβρώνουν πια τον λόφο. «Μπορούμε να δεχθούμε ότι και εδώ υπήρχε δυνατότητα δημιουργίας λιμανιού, αλλά αυτό ήταν πάντα εκτεθειμένο στους νοτιάδες που καταπονούν ιδιαίτερα τα παράλια της Πιερίας», ανέφεραν οι αρχαιολόγοι.

Αντίθετα, όπως επισημαίνουν, το βόρειο λιμάνι ήταν το ασφαλέστερο σε ολόκληρο τον Θερμαϊκό κόλπο, αφού δεν επηρεαζόταν ούτε από τον Νοτιά, ούτε από τους βόρειους ανέμους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την άμεση γειτνίαση του οικισμού με τον βασικό οδικό άξονα Βορρά-Νότου, προσέδωσε ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία σε αυτόν ως προς τις δυνατότητες επαφών με την κεντρική και τη δυτική Μακεδονία, αλλά και την ενδοχώρα της Βαλκανικής.

Εύκολα λοιπόν μπορούμε να κατανοήσουμε την ακμή του οικισμού σε όλες τις προηγούμενες φάσεις, αλλά κυρίως στην Ύστερη Γεωμετρική και στην Αρχαϊκή εποχή.

 

 

Το μοναδικό «Υπόγειο»

Ιδιαιτέρως σημαντική υπήρξε η ανακάλυψη ενός μοναδικού υπόγειου χώρου της ύστερης γεωμετρικής εποχής, (στην κορυφή του αγροτεμαχίου 274)

Το λεγόμενο «Υπόγειο» της Μεθώνης με διαστάσεις: βάθος περισσότερο από 11,50μ., μήκος 4,20μ. και πλάτος 3,60μ. έδωσε έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού υλικού, που στο μεγαλύτερο ποσοστό του μπορεί να αποδοθεί στην πρώτη φάση του αποικισμού από τους Ερετριείς, στα τέλη του 8ου με αρχές του 7ου αι π.Χ. Η κεραμική του σίγουρα αποτελεί το μεγαλύτερο σύνολο της συγκεκριμένης εποχής από τον χώρο της Μακεδονίας. (εικόνες 6, 7, 12, 14).

Περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες αγγείων που μπορούν να αποδοθούν στα τοπικά εργαστήρια της Μεθώνης και της ευρύτερης περιοχής του Θερμαϊκού, οπωσδήποτε της Μητρόπολης Ερέτριας και γενικότερα της Εύβοιας. Πρέπει να τονισθεί η σημαντική και ποικίλη εκπροσώπηση από τα παραγωγικά κέντρα του Ανατολικού και Βορειοανατολικού Αιγαίου. Αντίθετα, από τις Κυκλάδες έχουμε λίγα δείγματα. Ένα αξιόλογο σύνολο του Κορινθιακού Κεραμεικού κυρίως αλλά και του Αθηναϊκού μας βοηθάει ιδιαίτερα στη χρονολογική ένταξη και της υπόλοιπης κεραμικής. Τέλος, έχουμε και δείγματα κεραμικής από την Ανατολική Μεσόγειο, από τα οποία ξεχωρίζουν οι πέντε φοινικικοί αμφορείς.

Στο «Υπόγειο», όπως τόνισαν στην εισήγησή τους οι κύριοι Μπέσιος, Νούλας και η κα Αθανασιάδου, «εκπροσωπούνται σχεδόν όλα τα μεγάλα κέντρα παραγωγής κεραμικής του Αιγαίου, κάτι που καθιστά το εν λόγω κλειστό σύνολο μοναδικό σε ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ο μεγάλος αριθμός των αγγείων με χαραγμένες επιγραφές, (εικόνα 2),  γράμματα και εμπορικά σύμβολα που προέρχονται από εδώ και έχουν ήδη περιληφθεί στη σχετική έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, που επιμελήθηκε ο καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και Επιγραφικής του Α. Π. Θ. Γιάννης Ζ. Τζιφόπουλος. Αποτελεί το μεγαλύτερο σύνολο χαραγμάτων του πρώιμου ελληνικού αλφαβήτου και μαζί με το πλήθος των εισηγμένων αντικειμένων αναδεικνύει αυτόματα το λιμάνι της Μεθώνης σε έναν από τους πρωτεύοντες εμπορικούς σταθμούς της συγκεκριμένης εποχής.

 

 

 

Εργαστηριακά «απορρίμματα»

το πιο σημαντικό εύρημα

Όμως, το πιο σημαντικό εύρημα αποτελεί το πλήθος από τα εργαστηριακά απορρίμματα: μήτρες πήλινες ή λίθινες, χοάνες, ακροφύσια, εργαλεία, υπολείμματα των προς κατεργασία υλικών, που υποδεικνύουν ότι η Μεθώνη εκτός από ένα μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο του Αιγαίου, αποτελούσε επίσης και ένα μεγάλο παραγωγικό κέντρο, όπου κατασκευάζονταν ένα πλήθος προϊόντα από κάθε διαθέσιμο υλικό της συγκεκριμένης εποχής.

Το εύρημα του «Υπογείου» ρίχνει αρκετό φως στη διαδικασία της διάδοσης και επικράτησης του Β΄ Αποικισμού στα βορειοελλαδικά παράλια. Καταδεικνύει πώς οι «αποσφενδόνητοι» και καταδιωγμένοι από εχθρούς και φίλους Ερετριείς, που κατέφυγαν προφανώς σε κάποιο ερετριακό «Εμπορείο» του Θερμαϊκού, με την τεχνολογία τους και το εμπόριο κατάφεραν να μετατρέψουν τον οικισμό των αυτοχθόνων σε Αποικία. Δεν θα ήταν επομένως υπερβολικό να το θεωρήσουμε σαν μια από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών στην Μακεδονία.

Επίσης, στη δυτική πλαγιά του ανατολικού λόφου, στο αγροτεμάχιο 274, διαπιστώθηκαν μεγάλες εκσκαφές, που προφανώς αποσκοπούσαν να αποκτήσει μεγαλύτερη οχυρότητα το κορυφαίο τμήμα του. Πιθανόν η αρχική εκσκαφή να πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον στην Ύστερη εποχή του Χαλκού. Προς το παρόν στο ανώτερο και μεσαίο τμήμα της πλαγιάς εντοπίσθηκαν ισχυροί τοίχοι που λειτουργούσαν καταρχάς ως αναλημματικοί, δημιουργώντας ανάλογα άνδηρα. Η πρώτη σκέψη των αρχαιολόγων γι’ αυτούς είναι ότι ο κύριος λόγος είναι ο οχυρωματικός. Χρονολογούνται στην πρωτογεωμετρική εποχή, την ύστερη γεωμετρική και την πρώιμη αρχαϊκή εποχή. Ιδιαίτερα ο αρχαϊκός τοίχος 7 δίνει την εντύπωση διατειχίσματος.

Αμέσως δυτικά του εν λόγω διατειχίσματος, στο κοίλο που δημιουργείται ανάμεσα στον ανατολικό και δυτικό λόφο, εντοπίσθηκε τμήμα της αρχαίας Αγοράς της Μεθώνης (εικόνα 1). Οι διαβρώσεις που συγκεντρώνονταν εδώ από ανατολικά, νότια και δυτικά δημιουργούσαν επιχώσεις, που ήδη από την αρχαϊκή εποχή επέβαλαν συνεχείς οικοδομικές παρεμβάσεις, ώστε να προσαρμόζεται η λειτουργία των οικοδομημάτων με τα νέα επίπεδα του οικισμού.

Λόγω ακριβώς των διαβρώσεων μετά την εγκατάλειψη του οικισμού το 354 π.Χ. δημιουργήθηκε πάνω από την Αγορά ένα στρώμα σκουρόχρωμής επίχωσης, πάχους ως 2,00μ., το οποίο προστάτευσε σε σημαντικό βαθμό τις υποκείμενες κατασκευές μετά την αρχική λιθολόγηση κάποιων τμημάτων τους. Έτσι, έχουμε την ευτυχή συγκυρία για πρώτη φορά να διατηρούνται, και σε πολύ καλή κατάσταση μάλιστα, πρώιμες μνημειακές κατασκευές, κάτι αδιανόητο για τη βόρεια Πιερία λόγω της έλλειψης λατομείων στην ευρύτερη περιοχή της. Κυρίως όμως πρέπει να τονισθεί ότι έχουμε για πρώτη φορά στην Κάτω Μακεδονία κτίρια που η μνημειακή τους μορφή μας επιτρέπει με σιγουριά να τα χαρακτηρίσουμε δημόσια.

Σε μια αρχική φάση έχουμε ισχυρούς πολυγωνικούς τοίχους που εντοπίσθηκαν σε τρία κτίρια και μπορούν να χρονολογηθούν στα τέλη του 7ου αι π.Χ. με αρχές του 6ου αι π.Χ. Μια πολύ μνημειακή φάση με μεγάλους γωνιόλιθους και τοίχους πλάτους 80εκ. εντοπίζεται σε ένα από αυτά τα κτίρια και χρονολογείται στο α΄ μισό του 6ου αι π.Χ.. Όπως σημείωσαν, σήμερα πλέον έχουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο πιο πλήρη εικόνα από ένα μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα που χρονολογείται στα τέλη του 6ου αι π.Χ. Οι τοίχοι πάχους 50εκ. με καλολαξευμένους γωνιόλιθους στο κατώτερο τμήμα τους, συνεχίζουν στο ανώτερο τμήμα τους με ωμά πλιθιά. Η στέγη έφερε κεράμωση λακωνικού τύπου.

Οι επεμβάσεις της κλασικής εποχής είναι μικρότερες: στον 5ο αι π.Χ. πρέπει να χρονολογηθεί η στοά που κατασκευάσθηκε στη βόρεια πλευρά του Κτιρίου Α και βλέπει στην Πλατεία Α. Στο βόρειο τμήμα της Πλατείας Α είχαμε επίσης μια πρόχειρη επέκταση του Κτιρίου Β με ένα χώρο που είχε πρόσβαση μόνο από την Πλατεία και μπορεί να χρονολογηθεί στο α΄ μισό του 4ου αι π.Χ. Τα ευρήματα σε αυτό το χαρακτηρίζουν σαν σιδηρουργείο.

 

 

 

Η καλύτερα σωζόμενη αρχαϊκή αγορά του Ελληνικού κόσμου

Το γεγονός ότι τα κτίρια που εντοπίσθηκαν στο αγροτεμάχιο 274, συνεχίζονται στο μεγαλύτερο τμήμα τους στα όμορα αγροτεμάχια, δεν επιτρέπει στους αρχαιολόγους να έχουν πλήρη εικόνα της μορφής τους και της λειτουργίας τους. Τα μέχρι στιγμής στοιχεία που διαθέτουν από αυτά και από τις πλατείες παραπέμπουν σε εργαστηριακές χρήσεις και επομένως εμπορική δραστηριότητα.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι λόγω της καταστροφής της Μεθώνης από τον Φίλιππο Β΄ είχαν την τύχη να μελετήσουν την μορφή της καλύτερα σωζόμενης αρχαϊκής αγοράς του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Τα κτίρια της Αγοράς (αγροτεμάχιο 274) αναπτύσσονται γύρω από δύο μικρές σχετικά πλατείες. Ένα ακόμη μνημειακό κτίριο (Κτίριο Γ) που ερευνήθηκε σε μικρό τμήμα του λίγο νοτιότερα (αγροτεμάχιο 278), δεν είχε πρόσβαση στις εν λόγω πλατείες, αλλά έβλεπε ανατολικά προς τη θάλασσα. Όπως τόνισαν, υπήρχε και εδώ η δυνατότητα δημιουργίας λιμανιού. Φαίνεται καθαρά η ανάπτυξη δημοσίων γενικώς κτιρίων γύρω από συνεχόμενες μικρές πλατείες. Δεν αποκλείεται λοιπόν να υπήρχε ανάλογη πλατεία και βορειότερα από το αγροτεμάχιο 274, προς το κύριο λιμάνι της Μεθώνης, που τοποθετείται σε μικρή σχετικά απόσταση βόρεια του. Όπως σημείωσαν, η άμεση σχέση της εμπορικής κατά βάση Αγοράς με το λιμάνι πρέπει να θεωρείται αυτονόητη αναγκαιότητα.

Σε όλα τα παραπάνω κτίρια περισυλλέχθηκε από το στρώμα καταστροφής κυρίως κεραμική της εγκατάλειψης του οικισμού, καθώς και σημαντικός αριθμός μολυβδίδων και κάποιων χάλκινων αιχμών από βέλη που δίνουν με ενάργεια το κλίμα των τελευταίων ημερών του οικισμού. (εικόνα 3)

 

Οι επόμενες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν στον δυτικό λόφο, (αγροτεμάχια 229 και 245). Σε αυτά η μορφολογία του εδάφους και τα επιφανειακά ευρήματα υποδείκνυαν την πιθανή θέση του νότιου τείχους. Δυστυχώς και εδώ οι μεγάλες διαβρώσεις των επιχώσεων του οικισμού, που περιγράφηκαν ήδη και για την κορυφή του ανατολικού λόφου, είχαν σαν αποτέλεσμα να χαθούν όλες εκείνες οι υπέργειες κατασκευές οι οποίες σχετίζονταν με τις οχυρώσεις. Πάντως, και στους τρεις ανασκαφικούς τομείς που πραγματοποιήθηκε έρευνα πάνω στην «υποτιθέμενη πορεία του τείχους», εντοπίσθηκαν σήραγγες, που πρέπει να θεωρηθούν ότι ανήκουν στα αμυντικά έργα των Μεθωναίων.

 

 

 

Τα «αμυντικά έργα της Μεθώνης»

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο των αμυντικών έργων της Μεθώνης, στη νότια πλευρά της, είναι η παρατήρηση ότι ο λόφος εξωτερικά του τείχους σκάφτηκε σε αρκετά μέτρα βάθος, ενισχύοντας έτσι σημαντικά την αποτελεσματικότητα των οχυρώσεων.

Ωστόσο, νότια του τομέα Α στο αγροτεμάχιο 229 αυτή η μεγάλη τάφρος έχει εξαφανισθεί. Δοκιμαστική τομή που πραγματοποιήθηκε έφτασε μέχρι τα 4μ. βάθος, χωρίς όμως να εντοπιστεί το φυσικό, και έδειξε ότι είχαν μεταφερθεί στον αυχένα μεγάλοι όγκοι χώματος με ελάχιστα όστρακα, ενώ περισυλλέχθηκαν και μολυβδίδες. Είναι γνωστή η πολιορκητική πρακτική της συσσώρευσης επιχώσεων μπροστά από τα τείχη, ώστε να γίνεται δυνατή η άνοδος των πολιορκητών σε αυτά με τη βοήθεια κλιμάκων ή πολιορκητικών μηχανών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια η επίχωση, που εντοπίστηκε στον αυχένα νότια της ακρόπολης της Μεθώνης, πρέπει με αρκετή σιγουριά να αποδοθεί στην πολιορκία της πόλης από τον Φίλιππο Β΄ το 354 π.Χ.

Οι εκσκαφές μάλιστα που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή το Αποχετευτικό Δίκτυο της Ν. Αγαθούπολης στο πλάτωμα νότια της ακρόπολης βοήθησαν ιδιαίτερα την ανασκαφική ομάδα να αποκαταστήσει την εικόνα της εν λόγω πολιορκίας. Σε πολύ μικρή απόσταση νότια της επιχωμένης τάφρου των Μεθωναίων και περί τα 70μ. από το τείχος εντοπίσθηκε μεγάλο όρυγμα με μήκος 16μ. και ανώτερο βάθος 2,70μ. Είναι λογικό από εδώ να προήλθαν οι αναγκαίες ποσότητες χώματος, που χρειάστηκαν οι Μακεδόνες για την κατασκευή του επιχώματος.

Νοτιότερα εντοπίσθηκαν τμήματα δύο τάφρων, η μια με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση και η άλλη Βορρά-Νότο, τα οποία μπορούν να αποδοθούν στην τάφρο που περιέβαλε το στρατόπεδο των Μακεδόνων, κατά την πάγια επίσης πρακτική της αρχαίας πολιορκητικής τέχνης.

Από τις ανασκαφές στα αγροτεμάχια 229 και 245 αποδείχθηκε ότι ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού υπήρχε ίσως κάποια αραιά κατοίκηση στην κορυφή του δυτικού λόφου. Εντοπίσθηκαν επίσης και λίγοι λακκοειδείς τάφοι της ίδιας εποχής, που σπάνια κτερίζονταν με πήλινα αγγεία.

Αντίθετα, την Ύστερη εποχή του Χαλκού ο αριθμός των τάφων αυξάνεται σημαντικά με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα κτερίσματα (εικόνα 4). Τα πήλινα γραπτά αγγεία αποτελούν την πλειονότητα, αποτέλεσμα προφανώς των επαφών με τον μυκηναϊκό κόσμο, αλλά δεν λείπουν και κάποια χειροποίητα της τοπικής παράδοσης. Τα κοσμήματα είναι χρυσά, χάλκινα, γυάλινα, πήλινα, από κεχριμπάρι, καθώς και από ημιπολύτιμο λίθο. Επικρατεί η πρακτική του ενταφιασμού με λακκοειδείς τάφους σε ξύλινες σαρκοφάγους, ή με ξύλινη κάλυψη που πατάει επάνω σε αναβαθμούς. Επίσης, ανακαλύφθηκε και μια μοναδική περίπτωση καύσης, με τα καμένα οστά τοποθετημένα σε πήλινο χειροποίητο αγγείο.

Κατά την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου και συγκεκριμένα την πρωτογεωμετρική και υποπρωτογεωμετρική σημειώνεται αναμφίβολα μια ιδιαίτερα μεγάλη επέκταση του οχυρωμένου οικισμού, που συμπεριλαμβάνει πια και τον δυτικό λόφο.

Στα αγροτεμάχια 229 και 245 στο ανώτερο τμήμα της ανατολικής πλαγιάς του λόφου ερευνήθηκε οχυρωματική τάφρος, η οποία επιχώθηκε ήδη από την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, για να επεκταθεί νοτιότερα ο οικισμός. Σε τμήμα της μάλιστα εντοπίσθηκε αψιδωτό οίκημα, όπως υποδεικνύει η διάταξη των πασσαλοτρυπών.

Και στην επίπεδη κορυφή του λόφου, σε όσα τετράγωνα του Τομέα Β έφτασε η αρχαιολογική σκαπάνη ως το φυσικό, παντού συνάντησε επιχώσεις της πρωτογεωμετρικής εποχής με πασσαλόπηκτα οικήματα, σε ένα εκ των οποίων εντοπίστηκε τμήμα της αψίδας του.

Όπως τόνισαν οι αρχαιολόγοι κατά την παρουσίαση του θέματος, στο κορυφαίο τμήμα του δυτικού λόφου δεν συνάντησαν μέχρι στιγμής κάποιο χαρακτηριστικό στρώμα της ύστερης γεωμετρικής και υπογεωμετρικής εποχής. Υπάρχουν μόνο μεμονωμένα ευρήματα των συγκεκριμένων φάσεων ώστε να μπορούν να προχωρήσουν  σε μια καταρχήν υπόθεση ότι κατά την πρώιμη φάση του ερχομού των Ερετριέων η περιοχή είχε αραιή κατοίκηση.

 

Μεθώνη: «πόλη-εργαστήρι»

Οι κύριες επιχώσεις πάντως στην κορυφή του λόφου που περιλαμβάνουν και οικοδομικά λείψανα από τουλάχιστον τρία κτίρια με διάφορες λιθολογήσεις ή προσθήκες ανήκουν στο β΄ μισό του 7ου και το α΄ μισό του 6ου αι π.Χ. Ένα εκτεταμένο στρώμα καταστροφής από πυρκαγιά σημειώνεται στα εν λόγω κτίρια κατά το α΄ μισό του 6ου αι π.Χ. και έχει αποδώσει πλούσια κινητά ευρήματα, κυρίως κεραμικής. Πρέπει να τονιστεί ότι στους περισσότερους χώρους υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για τη λειτουργία εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας και μικροτεχνίας. Η ύπαρξη και δύο κλιβάνων σε ημιυπαίθριο χώρο επιτρέπει τους επιστήμονες να τους αποδώσουν σε εργαστήριο κεραμικής (εικόνες 8, 9, 13) .

Η γενική εικόνα που σχηματίζουν μέχρι στιγμής, είναι ότι υπήρχε μια εκτεταμένη εργαστηριακή δραστηριότητα, σε όποιο τομέα της αρχαϊκής Μεθώνης πραγματοποιήθηκε κάποια έρευνα. «Μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε, λοιπόν, σαν πόλη – εργαστήρι», ανέφεραν χαρακτηριστικά

Η κατοίκηση στην Ακρόπολη συνεχίζεται και στο β΄ μισό του 6ου αι π.Χ., αλλά παρουσιάζεται ιδιαίτερα αποσπασματική, λόγω των έντονων διαβρώσεων στην κορυφή του λόφου. Στους ίδιους λόγους πρέπει να αποδοθεί και η ολοκληρωτική απώλεια αδιατάρακτων επιχώσεων της κλασικής εποχής. Από την εν λόγω εποχή συναντούμε μεμονωμένα ευρήματα μόνο στο επιφανειακό διαταραγμένο από την άροση στρώμα και κυρίως σε υπόγειες κατασκευές.

Ο οχυρωμένος οικισμός που κατέλαβε ο Φίλιππος Β΄ το 354 π.Χ. υπολογίζεται γύρω στα 100 στρέμματα. Σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σημαντικό το μέγεθος για τη συγκεκριμένη εποχή.

Όμως, οι αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο εγκατάστασης του αποχετευτικού δικτύου της Ν. Αγαθούπολης έδωσαν και αρκετά στοιχεία για τη διαχρονική χρήση μιας ευρείας περιαστικής ζώνης από τους Μεθωναίους.

Δυστυχώς, λόγω των έντονων διαβρώσεων τα στοιχεία είναι ακόμη πιο αποσπασματικά. Πάντως, υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση του χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχής του Χαλκού, από τα οποία ξεχωρίζουν δέκα λακκοειδείς τάφοι της Πρώιμης εποχής του Χαλκού (εικόνα 5) .

Η Πρώιμη εποχή του Σιδήρου καταλάμβανε ιδιαίτερα μεγάλη έκταση, ενώ και από την Αρχαϊκή και Κλασική εποχή έχουμε επίσης ανάλογες ενδείξεις κατοίκησης καθώς και μια ταφή νηπίου σε πιθάρι.

«Γνωρίζουμε ότι μετά την κατάκτηση της Μεθώνης το 354 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ εξεδίωξε τους Μεθωναίους και διένειμε τη χώρα της στους Μακεδόνες. Έχει ήδη εντοπισθεί η θέση δύο κωμών των Μακεδόνων.» Η μια περί τα 500μ. ΒΔ της Αποικίας των Ερετριέων, δίπλα πάντα στην παραλία του Θερμαϊκού κόλπου. Αποτελεί άραγε συμβολική ενέργεια της νέας τάξης πραγμάτων ή μήπως είχε αρχίσει από τότε το λιμάνι της να επιχώνεται;

Η δεύτερη δυτικά του Π. Ελευθεροχωρίου στη θέση «Παλιοκαταχάς, που απηχεί την Βυζαντινή τουλάχιστον ονομασία του, είχε συνεχή κατοίκηση από τον 4ο αι π.Χ. μέχρι τον 19ο αι, οπότε καταστράφηκε από τα τουρκικά στρατεύματα κατά τις επαναστάσεις της Μακεδονίας.

Και στις δύο θέσεις ερευνήθηκαν νεκροταφεία των Μακεδόνων με ιδιαίτερα πλούσια ευρήματα (εικόνες 10, 11).

Η Μεθώνη μετά το 354 π.Χ. ήταν ένας έρημος τόπος. Μόνο κατά την Ύστερη Αρχαιότητα εντοπίζονται σαφείς ενδείξεις εκτεταμένης χρήσης του χώρου, από τις οποίες ξεχωρίζει η συστάδα τεσσάρων κλιβάνων με μεταλλική εσχάρα δίπλα στον παράλιο δρόμο προς την Πύδνα.

 

Από τη βυζαντινή περίοδο έχουμε ελάχιστα στοιχεία. Μετά την κατάκτηση της Πιερίας από τους Οθωμανούς οι οικισμοί των βόρειων παραλίων της μετακινούνται στο εσωτερικό, λόγω των πειρατικών επιδρομών. Στην παραλία, όμως, της Μεθώνης συνεχίζει να λειτουργεί η Σκάλα του Ελευθεροχωρίου, αποδεικνύοντας τη διαχρονική αξία του λιμανιού της. 

Τελευταία νέα...

«Αποκαλύπτει» το πρόγραμμά του

«Αποκαλύπτει» το πρόγραμμά του

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017 10:41
«Ψυχρολουσία» από το Βερολίνο

«Ψυχρολουσία» από το Βερολίνο

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017 10:26
Ημέρα τιμής και όχι λήθης

Ημέρα τιμής και όχι λήθης

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017 18:24
Με γειά το 4ο!

Με γειά το 4ο!

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017 09:22
Τέτοια ώρα... τέτοια λόγια!!! 19-05-2017

Τέτοια ώρα... τέτοια λόγια!!! 19-05-2017

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017 09:21
«
»