Δευτέρα, 03 Ιουλίου 2017 06:40

Να φέρουμε το κράτος ανάποδα!

Ο Κώστας Μπακογιάννης μιλά για την Ελλάδα του 2030

Να φέρουμε το κράτος ανάποδα! Σ’ αυτήν τη φράση θα μπορούσε να συνοψιστεί η άποψη του Κώστα Μπακογιάννη, για το τι πρέπει να αλλάξουμε ώστε η Ελλάδα να βρει το δρόμο της στην Ευρώπη και οι πολίτες να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική και στους θεσμούς.

Ο Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, βρέθηκε την Παρασκευή το βράδυ στην Κατερίνη κεντρικός ομιλητής του Ινστιτούτου Πολιτικών και Οικονομικών Μελετών «Κέντρο Αστικής Μεταρρύθμισης», σε μια εκδήλωση η οποία πραγματοποιήθηκε στο νεοκλασσικό πρώην οικία Τσαλόπουλου.
Στο περιθώριο της παρουσίας του, μίλησε για την Ελλάδα το 2030, αλλά και για την Ελλάδα «π.μ.» (προ μνημονίου). «Ήταν η εποχή της χρυσόσκονης, της επίπλαστης ευμάρειας, που θεωρούσαμε ότι μπορούσαμε να δένουμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα», είπε σημειώνοντας πως από τότε έχουν αλλάξει πολλά. «Το ερώτημα είναι πώς θα πάρουμε τα πράγματα αλλιώς! Πώς θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τη χώρα, να πετύχουμε σαρωτικές αλλαγές παντού, πώς το πάθημα θα γίνει μάθημα.»

 

 

Ο Κώστας Μπακογιάννης δήλωσε αντίπαλος των μεγάλων και αφηρημένων εννοιών. Προτιμάει να μιλάει «επί του πρακτέου» για το «πώς θα πάρουμε τα πράγματα αλλιώς».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το μέλλον χτίζεται από κάτω προς τα πάνω, αφού η λογική του «αποφασίζουμε και διατάσσομαι» έχει πεθάνει, όπως και η λογική του υπερσυγκεντρωτισμού.
Έχει πεθάνει η λογική ενός υδροκέφαλου κράτους, του «Κράτους της πλατείας Συντάγματος» που θεωρεί ότι μπορεί να αποφασίζει για όλους εμάς, χωρίς εμάς, όπως χαρακτηριστικά τονίζει.
«Όντως για πάρα πολλά χρόνια η έννοια της προόδου ήταν συνώνυμη με ένα κράτος που λειτουργούσε ισχυρά κεντρικά.
Αυτό είναι ένα μοντέλο διοίκησης που έχει ξεπεραστεί σε όλη την Ευρώπη και ταιριάζει περισσότερο στη δεκαετία του '60, παρά στο 2017.
Ποιος όμως θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της αυτοδιοίκησης στην αλλαγή ενός ξεπερασμένου μοντέλου;
Ο Κώστας Μπακογιάννης έχοντας θητεύσει πρώτα ως δήμαρχος Καρπενησίου και τώρα ως Περιφερειάρχης, γνωρίζει τις δυνατότητες της αυτοδιοίκησης και υπεραμύνεται του ρόλου της, χωρίς να επιχειρεί να την «αγιοποιήσει».
Σύμφωνα με τον Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας ο ρόλος της αυτοδιοίκησης μπορεί και πρέπει να είναι καταλυτικός, αφού είναι ο πλησιέστερος δημοκρατικός θεσμός στον πολίτη. Το μεγάλο πλεονέκτημά της είναι ότι επιτρέπει στα στελέχη της να μεταφέρουν το επίπεδο των αποφάσεων όσο γίνεται πιο κοντά στον πολίτη.
«Τον πρωθυπουργό, τον βλέπει κανείς μόνο στην τηλεόραση. Ο δήμαρχος αντίθετα, αν τουλάχιστον θέλει να επιβιώσει και δεν θέλει να τον πάρουνε με τις πέτρες, είναι πανταχού παρών. Κυκλοφορεί ανάμεσα μας, χωρίς συνοδευτικά αυτοκίνητα, χωρίς ασφάλεια, δεν έχει παρατρεχάμενους, και αν θέλει ξαναλέω, να επιβιώσει, το γραφείο του είναι ανοιχτό σε όλους».
Και βέβαια η σημαντική διαφορά αυτοδιοίκησης με την κεντρική πολιτική σκηνή, δεν είναι μόνο αυτή. Η τοπική αυτοδιοίκηση, κατά τον κ. Μπακογιάννη είναι εξ ορισμού πρακτική. «Αναζητά απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα», αφού ο καλός αυτοδιοικητικός οφείλει να είναι ρεαλιστής, να είναι πραγματιστής. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα, είναι πάντα το ζητούμενο. Επίσης, η αυτοδιοίκηση από τη φύση της, δημιουργεί πεδία συνεννόησης, συνεργασίας και συναίνεσης.
«Οι λακούβες δεν έχουν χρώμα και τα σκουπίδια δεν έχουν ιδεολογία! Οι μεν λακούβες πρέπει να κλείσουν, τα δε σκουπίδια πρέπει να μαζευτούν…» σημειώνει και συνεχίζει: «για να γίνεις πρωθυπουργός, όχι μόνο στην Ελλάδα, πρέπει να έχεις μια συνεκτική πολιτική θεώρηση, ένα κοινωνικό αφήγημα, να ανήκεις σε κάθε περίπτωση σε κάποιο κόμμα. Στην αυτοδιοίκηση τα πράγματα είναι διαφορετικά… πρέπει να λύνεις προβλήματα!
Για αυτό ακόμα και σε εποχές ακραίας πόλωσης, καταφέρνουν να εκλέγονται δήμαρχοι και περιφερειάρχες, οι οποίοι υπερβαίνουν τις κομματικές γραμμές. Πολύ απλά, αν κάνεις τη δουλειά μένεις, αν δεν κάνεις τη δουλειά φεύγεις.»
Ωστόσο, η αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα, παρά τα καλά δείγματα που έχει να παρουσιάσει ακόμη και στην περίοδο της κρίσης, δεν είναι μια ευρωπαϊκή αυτοδιοίκηση.
Δεν είναι ούτε τοπική, ούτε αυτοδιοίκηση, όπως υποστηρίζει. Δεν είναι τοπική, γιατί ταλαιπωρείται από προβλήματα που μαστίζουν όλη την επικράτεια όπως υπανάπτυξη, ανεργία, υψηλή φορολογία, γραφειοκρατία, απαξίωση δημοσίων ευκαιριών.
Δεν είναι όμως ούτε αυτοδιοίκηση, διότι στερείται ουσιαστικής ανεξαρτησίας και ουσιαστικής αυτονομίας. «Δήμαρχοι και περιφερειάρχες, αντιμετωπίζονται σαν τα προστατευόμενα ανήλικα του πολιτικού μας συστήματος με άμεσες και έμμεσες οικονομικές επιχορηγήσεις, με αυστηρούς κανόνες και βέβαια πάντα και σταθερά με το μακρύ χέρι του κράτους στα συρτάρια μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παρ΄όλα αυτά, όπως επισημαίνει ο Κώστας Μπακογιάννης, η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση πετυχαίνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σημαντικά αποτελέσματα. «Τα τελευταία χρόνια οι περικοπές έχουν ξεπεράσει το 60% για τις λειτουργικές δαπάνες της αυτοδιοίκησης και κατά 80% για τις επενδύσεις!
Αν το ελληνικό κράτος είχε κάνει τις ίδιες περικοπές όταν τις έκανε η αυτοδιοίκηση, θα είχαμε πιάσει τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Στην πραγματικότητα η αυτοδιοίκηση έμαθε να κάνει, όσο γίνεται περισσότερα, με όσο γίνεται λιγότερα.» Τι είναι όμως αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα;
Ο Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας το περιγράφει με μια φράση: «Να γυρίσουμε το κράτος ανάποδα!». Και για να γίνει αυτό, θα πρέπει το πρώτο βήμα στην προσπάθεια της οικονομικής χειραφέτησης της αυτοδιοίκησης, να είναι η πλήρης ανεξαρτησία και η πλήρης οικονομική της αυτοτέλεια. Εν ολίγοις, «να μάθουμε να ζούμε, με αυτά που έχουμε.»

 


Σήμερα όταν όλοι πληρώνουμε φόρους, πάνε σε ένα «μαύρο κουτί» στην πλατεία Συντάγματος, κάπου στην Αθήνα, παραδέχεται ο κ. Μπακογιάννης, σημειώνοντας πως ο πολίτης της περιφέρειας, δεν έχει την αίσθηση στην πραγματική ζωή του, για το πως αξιοποιούνται οι φόροι και πώς τους διαθέτει το κράτος.
Αντίθετα, τα χρήματα που πηγαίνουν στο Δήμο ή στην Περιφέρεια, τα βρίσκει ο πολίτης «ή δεν τα βρίσκει αν δεν κάνει ο δήμαρχος τη δουλειά του καλά», μπροστά του. Τα βλέπει στην παιδική χαρά, στο πεζοδρόμιο, τα βλέπει στον καλό δρόμο, τα βλέπει στις κοινωνικές δομές της αυτοδιοίκησης.

«Ασφαλώς οι οικονομικοί έλεγχοι είναι ευπρόσδεκτοι, αφού κανείς από μας δεν δικαιούται να κάνει τον τζάμπα μάγκα», συμπληρώνει.
Μετά από μια διαδρομή πέντε και πλέον χρόνων στην αυτοδιοίκηση, για τον κ. Μπακογιάννη παραμένει αναπάντητο το ερώτημα, γιατί δεν έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε πιο ανατρεπτικά, πέρα και πάνω από το μνημόνιο και επιτέλους να μιλήσουμε για τις μεγάλες αλλαγές που όλοι έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη.
Μιλώντας με παραδείγματα εκφράζει την άποψη, ότι κανείς παράγοντας του υπουργείου Παιδείας δεν ξέρει καλύτερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα σχολεία από ότι η αυτοδιοίκηση. «Έφτασε σοβαρά η ώρα για να μιλήσουμε πώς θα μπορούσε ο χώρος της υγείας και η διαχείριση της υγείας να περάσει στην τοπική αυτοδιοίκηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας είναι η ώρα να γίνει συζήτηση για μια σειρά νέων νομοθετικών εργαλείων. «Αυτή τη στιγμή, ζούμε το εξής παράλογο, ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις χρήσεις γης, τα σχέδια πόλης, τα γενικά πολεοδομικά ψηφίζονται από την αυτοδιοίκηση, αλλά εγκρίνονται από το Υπουργείο.
Υπάρχουν περιπτώσεις σχεδίων πόλης που έχουν καθυστερήσει πάνω από 20 χρόνια γιατί το υπουργείο δεν έδινε την απαιτούμενη έγκριση. Ήρθε η ώρα, να μιλήσουμε για το πώς θα διαθέσουμε στους δήμους πολλά περιουσιακά στοιχεία.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν να κερδίσουν από τη σωστή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Είναι παράλογο αν το σκεφτείτε να περιμένουμε από το ΤΑΙΠΕΔ να χειριστεί εκτάσεις σε περιοχές που δεν γνωρίζει. «Αντίθετα η αυτοδιοίκηση μπορεί πιο γρήγορα και κυρίως πιο υπεύθυνα, να προχωρήσει μπροστά.»

 


Συμπυκνώνοντας, την πρότασή του για να κερδίσουμε το στοίχημα της Ελλάδας του 2030, ο Κώστας Μπακογιάννης είναι ξεκάθαρος. «Να ξαναδούμε τα πράγματα διαφορετικά και να φέρουμε το κράτος ανάποδα». Και αυτό, μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τον ίδιο «με κεντρικές επιτελικές δομές και επιχειρησιακή αποκέντρωση.
Με φρέσκιες ιδέες που δένουνε με τις ανάγκες της εποχής και όχι με τις ανάγκες της γραφειοκρατίας ή του πολιτικού συστήματος. Για να ακούσουμε τους πολίτες.
Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε τους αναγκαίους δεσμούς εμπιστοσύνης.»